Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2012

Κι όμως χρειαζόμαστε ένα μνημόνιο…


  Πριν προχωρήσω στη σκέψη μου και όσο οξύμωρο και αν ακούγεται σε σχέση με τον τίτλο, δεν εννοώ το παρόν μνημόνιο. Όχι μόνο γιατί με τα σημερινά οικονομικά δεδομένα αλλά κυρίως δομικά χαρακτηριστικά  της χώρας το μόνο που προσφέρει –αν τελικά δεν αναθεωρηθεί για τέταρτη φορά μετά το καλοκαίρι- είναι χρόνος πριν τον οικονομικό θάνατο, αλλά και γιατί δεν αποτελεί θεσμικό προϊόν μιας ΕΕ σε στέρεα ενιαία βάση αλλά επιταγές μιας γερμανικής κυρίως πολιτικής, που όμως ούτε και η ίδια είναι σαφής ούτε το μέλλον της φαίνεται να στοχεύει σε ένα σταθερό άξονα.
  Ένα από τα επιχειρήματα της υπογραφής του πρώτου μνημονίου -δευτερεύον μιας και το φάντασμα της στάσης πληρωμών αποτέλεσε, συνεχίζει να αποτελεί και θα αποτελεί το πρωτεύον-, ήταν πως το μνημόνιο ήταν μια ευκαιρία να αλλάξουμε. Ένα επιχείρημα το οποίο αν απομονώσει κανείς το ρόλο του ως επικοινωνιακή κυβερνητική προπαγάνδα,  κανείς από όσους δεν κερδίζουν από το μέχρι σήμερα κρατικό πελατειακό μόρφωμα δεν θα μπορούσε να διαφωνήσει. Ένα κράτος με διαλυμένη οικονομία,  απαρχαιωμένο εκπαιδευτικό σύστημα, τριτοκοσμική υγεία,  υπερτροφική γραφειοκρατική διοίκηση  που στηρίζεται σε μαύρο χρήμα και πελατειακή ή «εξουσιαστική» σχέση,  ανύπαρκτη παραγωγή και εργασιακές σχέσεις σε μια αγορά εργασίας που ακόμα και στο μεγαλύτερο μέρος του ιδιωτικού αλλά κρατικοδίαιτου τομέα στηρίζεται σε γνωριμίες και όχι σε προσόντα, είναι αδιανόητο να βρει υποστηρικτές που να επιθυμούν τη συντήρηση του σε αυτό το καθεστώς . Η αλλαγή του είναι επιβεβλημένη όχι για λόγους ανάπτυξης και οικονομικού περιβάλλοντος αλλά για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης πρωτίστως.  Ακόμα και με ξένη επιτήρηση ως φόβητρο επιβολής αν βέβαια αυτή ήταν από μια ΕΕ πιστή στις αρχές της και όχι από το μόρφωμα που έχει εξελιχθεί σήμερα.
  Για να συμβεί όμως αυτή η αλλαγή χρειάζονται δύο πράγματα που θα λειτουργήσουν ως καταλύτες. To πρώτο,  είναι η συνειδητοποίηση από τον κόσμο την ανάγκης αυτής της αλλαγής και το δεύτερο, η πολιτική βούληση όχι μόνο από την εκάστοτε εκτελεστική εξουσία αλλά από όλη την πολιτική σκηνή ανεξαρτήτως ιδεολογιών ή ιδεοληψιών. Το ένα είναι πάντα σε συνάρτηση του δεύτερου, ειδικότερα όταν μιλάμε για πολίτες που η πολιτική τους τοποθέτηση δεν συνάγεται από ιδεολογικούς ή ταξικούς παράγοντες αλλά  διαμορφώνεται με βάση την «οπαδική» ή συμφεροντολογική τους προσκόλληση σε κάποιο χώρο που όμως είναι πάντα έτοιμος να αλλάξει για να αυτοσυντηρηθεί αν δει πως δεν χαλιναγωγεί το λαϊκό αίσθημα.     
 Για να υπάρξει όμως αυτή η συνειδητοποίηση απαραίτητη προϋπόθεση είναι η επιθυμία για αυτή την αλλαγή.
Υπάρχει όμως αυτή η συνειδητοποίηση ή επιθυμία στον ελληνικό λαό; Θα ήθελε να θυσιάσει ατομικά ή συντεχνιακά μέρος των ανορθόγραφων κεκτημένων του για μια εκ των βάθρων ανασύνταξη προς όφελος του συνόλου της κοινωνίας;
  Εδώ το ζήτημα είναι καθαρά ποσοτικό. Το πρόβλημα δεν έγκειται σε ζήτημα πλειοψηφίας, αλλά στο ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού έχει «αντρωθεί», σιτίζεται και διαπλέκεται μέσα από το υπάρχον σύστημα και όχι μόνο δεν θέλει, αλλά είναι έτοιμο να αντισταθεί με όποιο μέσο υπάρχει στη διατήρηση του ή καλύτερα επειδή οι συνθήκες έχουν βίαια αλλάξει, στην πλήρη επαναφορά του στην προ 2009 κατάσταση.  Ένα μεγάλο μέρος που συναντά κανείς σε όλες τις επαγγελματικές ομάδες. Από τους κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες μέχρι τους μεγαλο-φοροφυγάδες, από  που τους πανεπιστημιακούς μέχρι τους δημοσίους υπαλλήλους, από τους υπέρμαχους της παραμονής του καθεστώτος των «ευγενών» κλειστών επαγγελμάτων μέχρι τους συνδικαλιστές των ΔΕΚΟ ή της ΓΣΕΕ, από τον οποιονδήποτε κερδίζει και αποτελεί έστω και ένα μικρό γρανάζι αυτού του συστήματος. Μειοψηφία στον αριθμό του συνόλου αλλά ποσοστιαία μεγάλη δύναμη στη διαμόρφωση πολιτικών ισορροπιών και της στρεβλής πραγματικότητας του πολιτικού κόστους.
  Ο λόγος άλλωστε της πλήρης αποτυχίας εφαρμογής του πρώτου μνημονίου ήταν αυτό ακριβώς το «πρόβλημα». Η τότε κυβέρνηση δεν μπόρεσε λόγω της άμεσης εξάρτησης της με αυτόν τον πυρήνα να εφαρμόσει τίποτα από αυτά που δεσμευτικέ ως διαρθρωτικές αλλαγές και περιορίστηκε σε εξαγγελίες που δεν έγιναν πράξη. Ίσως και για αυτό δεν διαπραγματεύτηκε τους όρους μιας και γνώριζε εκ των προτέρων πως θα έμεναν ανεφάρμοστοι. Κάτι που συνέβαινε επί χρόνια μόνο που στην παρούσα κατάσταση και με άμεση χρηματική εξάρτηση από τους δανειστές, τελικά το πλήρωσε πολύ χειρότερα με την απώλεια της αυτοδυναμίας της και τουλάχιστον δημοσκοπικά πολύ περισσότερο από όσο περίμενε. Μαζί της όμως το πλήρωσε ολόκληρος ο ελληνικός λαός μιας και τα μέτρα που της επιβλήθηκαν να πάρει  για να καλύψει τις «τρύπες» των υποχρεώσεων της που προέκυψαν από αυτή την «μόνιμη αναβολή» ήταν όχι μόνο δυσβάσταχτα αλλά κοντεύουν να εξαφανίσουν την πάλε ποτέ κραταιά ελληνική μεσαία τάξη, τουλάχιστον στο χαμηλό της όριο αλλά με δυναμική προς το μεγαλύτερο μέρος του συνόλου της. Ταυτόχρονα, αυτή η ίδια αναβλητικότητα και μη τήρηση όσων είχαν συμφωνηθεί κατέταξε τη χώρα –ΚΑΙ ΟΧΙ ΑΔΙΚΑ- ως την πλέον αναξιόπιστη στα μάτια όχι μόνο των ευρωπαίων εταίρων αλλά και σε κάθε χρηματοοικονομικό παράγοντα.
  Ακόμα και τώρα όμως, και παρ ότι η πραγματικότητα που βιώνουμε είναι όχι απλά ζοφερή αλλά πλέον προσβλητική για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τη δημοκρατία, πολύ φοβάμαι πως αντί για συνειδητοποίηση αυτό που παράγεται και εισπράττεται είναι μια τυφλή οργή, μια μεγάλη σύγχυση και  ένας άκρατος λαϊκισμός που καταργεί τη σκέψη και την κρίση. Η επίσημη χρεοκοπία προάγεται με μια μεγάλη ελαφρότητα ως λύση και ως αίτημα για τιμωρία μέσω στάσης πληρωμών των δανειστών, το πετρελαϊκό όραμα και το ελληνικό υπέδαφος είναι το επιχείρημα του μέσου πολίτη που έχει γίνει εξειδικευμένος γεωλόγος και «γνωρίζει» με ακρίβεια και τις περιοχές του πλούτου, η Κίνα και η Ρωσία είναι έτοιμες στο μυαλό μας να μας χαρίσουν απλόχερα δισεκατομμύρια χωρίς όρους, δεκάδες άλλες τέτοιες αναλύσεις που όλοι ακούμε καθημερινά να μας χαϊδεύουν τα αυτιά. Η απλοϊκότητα και ο λαϊκισμός έχουν καταργήσει κάθε έννοια κριτικής σκέψης, και πρόταση ονομάζεται το ανάθεμα.. Όλοι και όλα μέσα σε ένα κουβά αντιμετωπίζοντας τους εαυτούς μας όχι μέσα σε ένα παγκόσμιο ή ευρωπαϊκό περιβάλλον αλλά ως κάτι μοναδικό και αυθύπαρκτο που όλοι επιβουλεύονται. Επενδύουμε στο Χάος και μετά έχει ο θεός..Χειρότερα από τώρα δεν θα ναι.. Μόνο που αυτό το χειρότερα το χουμε πει εκατοντάδες φορές.  Και με την εφαρμογή του Μνημονίου ΙΙ, αποτέλεσμα ακριβώς αυτής της πολιτικής μας αναβλητικότητας να διορθώσουμε το κράτος, την αξιοπιστία,  και τους εαυτούς μας δίνοντας εύκολη λαβή σε οποιαδήποτε πολιτικά και οικονομικά καιροσκοπικό εκβιασμό των αντισυμβαλλομένων μας ,θα συνεχίσουμε να το λέμε και να ανακαλύπτουμε πως υπάρχει και πολύ χειρότερα μιας και η χρεοκοπία έχει ήδη συντελεστεί εκτός τεχνικών όρων.  
  Τα όρια έχουν φτάσει στο απροχώρητο. Όσο προσπαθούμε να κρατηθούμε στα στρεβλά «κεκτημένα» τόσο πιο βίαιη θα είναι η νέα μας προσαρμογή.  Όχι από τους ξένους ή την κάθε Τρόικα, αλλά από εμάς στα συντρίμμια ενός κράτους  που έμαθε να τρώει τις σάρκες των πολιτών του και του ίδιου.
  Η ανάγκη ενός μνημονίου μεταξύ μας που θα έπρεπε να έχει συμβεί εδώ και χρόνια είναι πλέον επιτακτική. Κι αν αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να αντιληφθεί η μεγάλη ποσοστιαία αλλά όχι πλειοψηφούσα στο σύνολο της Ελληνικής κοινωνίας συστημική «ομάδα» (Οι λεγόμενοι insiders όπως πολύ δόκιμα τους έχει ονομάσει ο φίλος Leo στις αναλύσεις του στο Blog του “Μη μαδάς τη Μαργαρίτα") θα πρέπει να αποφασίσουν οι «σιωπηρές πλειοψηφίες».  Αυτή θα πρέπει να είναι η απαίτηση μας από οποιοδήποτε κόμμα και οποιονδήποτε μας ζητήσει να εμπιστευτούμε.  Με λόγια ξεκάθαρα που μπορεί να μη μας γεμίζει πετρελαϊκές ελπίδες και θαύματα , να μην «εκτρέφει» την αγανάκτηση και την οργή μας με συνθηματολογία και χάιδεμα αυτιών, να μη μας μιλάει για ειδικές συνθήκες που θα περάσουν, αλλά για την εφαρμογή ενός ξηλώματος όλων αυτών που μας έφεραν ως εδώ. Ένα μνημόνιο για τη δημιουργία ενός κράτους σκληρού στην εφαρμογή του νόμου, απέναντι σε οποιαδήποτε συντεχνιακή στρέβλωση και έτοιμο να συγκρουστεί με όλους τους νοσταλγούς του εκτρώματος που βιώσαμε. Με τη συνταγματική αναθεώρηση ως απαραίτητη σε αυτό το σκοπό..
Προέχει όμως η δική μας συνείδηση, η δική μας επιθυμία και η γνώση πως αυτό είναι κάτι που θα χρειαστεί χρόνο. Γιατί αν εμείς συνεχίσουμε να πιστεύουμε σε «μεσσίες» και «σωτήρες», αν συνεχίσουμε να οραματιζόμαστε την Ελλάδα της επιστροφής στο παρελθόν, αν θεωρήσουμε πως η λύση θα έρθει από όλους εκείνους που η κυβερνητική τους νοοτροπία μας έφερε ως εδώ, αν δεν κάνουμε το δικό μας μνημόνιο, τότε τα μνημόνια που θα έρχονται εκβιαστικά και υπό το καθεστώς φόβου, πολύ σύντομα πλέον δεν θα έχουν πολίτες αλλά ιθαγενείς υπηκόους…

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

Αθήνα μια μέρα μετά τη νύχτα της ντροπής. Όταν η θλίψη δεν αφήνει χώρο στην αηδία των μεταπολιτευτικών συμπλεγμάτων μας.


   Η δανειακή σύμβαση πέρασε, μόνο που τελικά καμιά σημασία δεν έχουν όλα αυτά μετά τη χτεσινή νύχτα πυρπόλησης της ελπίδας. Παρακολουθώντας χθες την Αθήνα να καίγεται μου ήρθε στο μυαλό μια φράση που είχα διαβάσει και έλεγε πως «Ανεξαρτήτως πολιτεύματος, η ποιότητα του είναι οι άνθρωποι». Και η χτεσινή νύχτα έδειξε με εκκωφαντικό τρόπο πως κανένα μνημόνιο, καμία υποδούλωση και κανένας νόμος δεν μπορεί να κάνει περισσότερο κακό σε μια κοινωνία που ρέπει προς την αυτοκαταστροφή χωρίς να το αντιλαμβάνεται εξαιτίας της ποιότητας ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού της. Οι πολιτικοί που βρίζουμε, οι αστυνομικοί που δεν θέλουμε να υπάρχουν, οι «γνωστοί άγνωστοι» που χαϊδεύουμε δεν είναι παρά ένα κομμάτι από τι σάρκα μας.  
   Χτες, ακόμα και τη στιγμή που η Αθήνα των καπνών μας έφερνε τηλεοπτικές μνήμες από το Σεράγεβο, η υποκρισία και τα μεταπολιτευτικά συμπλέγματα μας έδιναν και έπαιρναν. Τόσο διαστρεβλωμένα τηλεοπτικά, όσο και μέσα από Blogs & Social Media.  Φταίνε οι προβοκάτορες, οι παρακρατικοί, η αστυνομία, οι «αναρχικοί», ο Παπουτσής, το σύστημα, ότι θέλει και όπως θέλει να διαβάσει ο καθένας τις αιτίες ανάλογα με το ιδεολογικό του κόλλημα και το αλάθητο του. Οι ίδιες αναλύσεις χρόνων μόνο που σημασία έχει πάντα το αποτέλεσμα. Και το αποτέλεσμα είναι πως η Αθήνα, μια πόλη που όσοι ζούμε στο κέντρο της και με τις όσες αθλιότητες της, την αγαπάμε και δεν ανεχόμαστε να βλέπουμε να καίγεται από τους Νέρωνες της. Όχι από τον κόσμο που συγκεντρώθηκε και αποφάσισε έτσι να εκτονώσει  την οργή του,  αλλά από μια μερίδα –μεγάλη ας μη γελιόμαστε- που αποτελείτε είτε από κάποιους εντεταλμένα , είτε από κάποιους  που η ιδεολογική τους παράνοια και η εκμετάλλευση της έχει ανδρωθεί στο να επενδύει στο χάος. Μέσα από την ατιμωρησία, την ανομία και τα αντιεξουσιαστικά συμπλέγματα μιας κοινωνίας που σιωπά και τη δικαιολογεί  χρόνια τώρα όταν ο στόχος είναι ένστολος ή συμβολίζει την εξουσία.  Μια εξουσία που είτε καθοδηγεί είτε εκμεταλλεύεται είτε και τα δύο μαζί αλλά που πάντα είναι ο τελικός ευνοημένος. Η μάχη των δρόμων έχει ένα κοινό πρόσημο. Τον ίδιο φασισμό της βίας, που αλληλοδιαπλέκεται και συνοδοιπορεί είτε προέρχεται από τους νόμιμους εκπροσώπους της κρατικής βίας, είτε από τους κουκουλοφόρους αντίπαλους και «αντίπαλους» αλλά με τον ίδιο στόχο ως αποτέλεσμα. Το φόβο που προκαλεί το χάος.
   Ασφαλώς και η βία είναι το βασικότερο συστατικό αλλαγής στην Ιστορία απέναντι στην εξουσία. Κανένας λαός δεν άλλαξε τη μοίρα του ειρηνικά και κανένα σύστημα δεν «έπεσε» μη βίαια. Είναι διαφορετικό όμως το λαϊκό ξέσπασμα από το γνωστό χιλιοπαιγμένο έργο που είδαμε και ναι, περιμέναμε.  Πλέον όμως δεν υπάρχουν δικαιολογίες. Ήρθε η ώρα να δούμε επιτέλους ΚΑΙ στο πρόσωπο τους τον αντίπαλο μας.
    Όσο καταδικαστέα και φασιστική είναι η νοοτροπία και η μεθοδολογία της ένστολης κρατικής καταστολής, άλλο τόσο φασιστική είναι και η μεθοδολογία των αυτοαποκαλούμενων «αναρχικών», «αριστεριστών», ή όπως άλλως ΑΥΘΑΙΡΕΤΑ θέλουν να ονομάζονται, πάντως φασιστών και κουκουλοφόρων.  Που εν κατακλείδι έχουν πάρα πολλές ευθύνες για το μαρασμό και την ανεργία του κέντρου της Αθήνας  μιας και ότι επιχειρεί να κάνει με τα αντιλαϊκά μέτρα σε βραχυπρόθεσμο χρόνο η Κυβέρνηση, μπορούν να το καταφέρουν μέσα σε μια νύχτα. Γιατί οι επιχειρήσεις που κάηκαν δεν είχαν «πλουτοκράτες συστημικούς» αλλά εργαζόμενους μέχρι χτες και σήμερα –εξ αιτίας τους- άνεργους που στη δική τους ανεγκέφαλη κοσμοθεωρία αποτελούν παράπλευρες απώλειες ενός αγώνα.  Αγώνα που τελικά ισχυροποιεί το σύστημα, καπηλεύεται τη διαμαρτυρία και ενισχύει το φόβο.
ΥΓ. Βλέποντας το Αττικόν να καίγεται, μαζί με το κτήριο καιγόντουσαν στιγμές, αναμνήσεις, γέλια και δάκρυα, συναντήσεις, σκηνές που παραμένουν στη μνήμη και φέρνουν ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο. Αυτό το χαμόγελο κάηκε χτες μαζί με την αισθητική που πρόσφερε το πανέμορφο κτήριο στη Σταδίου. Ίσως όμως και να ήταν συμβολικά αναπόφευκτο μιας και η αισθητική και ο πολιτισμός μας έχουν προ πολλού γίνει στάχτη.. Θλιψη..

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2012

Ιδιωτικός τομέας. Το τελευταίο (;) κομμάτι του πάζλ στον εμφύλιο των δουλοπαροίκων..


  Το τελευταίο(;) κομμάτι του πάζλ σε σχέση με τα εργασιακά δικαιώματα αφορά τον ιδιωτικό τομέα. Του περισσότερο ίσως υποψιασμένου εργατικού δυναμικού της χώρας μιας και δεν περίμενε την Τρόικα ή τη νέα διαπραγμάτευση για να βιώσει την έλλειψη δικαιωμάτων του.  
  Το καθεστώς εργασιακής ανασφάλειας, η μη νομοθετημένη αλλά ουσιαστική απαγόρευση του συνδικαλίζεσθε, η κατάργηση του ωραρίου, η μη πληρωμή των υπερωριών, το καθεστώς ενοικίασης εργαζομένων και τόσες άλλες πρακτικές αποτελούν καθημερινότητα εδώ και χρόνια. Η επιλογή ο ιδιωτικός τομέας να είναι ο τελευταίος κρίκος χρονικά στην αλυσίδα των εργασιακών αλλαγών δεν ήταν τυχαίος. Οι εργασιακές αλλαγές δεν θα μπορούσαν να γίνουν μαζικά. Όσο καλά και να ελέγχετε ο στρατός των δοτών συνδικαλιστών, υπήρχε ο κίνδυνος μιας μαζικότερης αντίδραση.
  Το διαίρει και βασίλευε αποτελούσε ανέκαθεν μια δοκιμασμένη πρακτική που βρήκε πολύ βολικά την εφαρμογή του στο διαχωρισμό των εργαζομένων. Έτσι οι δημόσιοι υπάλληλοι έσυραν το χορό ως οι ένοχοι που έπρεπε να πληρώσουν για τη διαφθορά του δημοσίου τομέα με εργασιακή τιμωρία αλλά και με τάσεις ρεβανσισμού από τους υπόλοιπους. Η επιλεκτική επιλογή κλειστών επαγγελμάτων έφερε έντεχνα την εκφρασμένη μέσω των ΜΜΕ κοινή γνώμη να ζητά περισσότερη καταστολή στις απεργιακές κινητοποιήσεις ενάντια στα τετελεσμένα. Οι πρώην επιχειρηματίες των καταστημάτων που κλείνουν και ΔΕΝ λογίζονται ως άνεργοι εκπροσωπούνται από το ΕΒΕΑ χωρίς περεταίρω σχολιασμό…. Οι υπάλληλοι των ΔΕΚΟ  βρίσκονται στο στόχαστρο τόσο των δημοσίων  υπαλλήλων και πρώην συνάδελφων τους για να πληρώσουν κι αυτοί, όσο και των ιδιωτικών που «βλέπουν» τις αλλαγές ως «θεία δίκη».  Η κατάντια μιας χώρας που τη στιγμή που επιστρέφει στον «εργασιακό μεσαίωνα» -είναι η λέξη που μας τονίζουν οι επαγγελματίες της ενημέρωσης και οι υπόλοιπες μαριονέτες του πολιτικού συστήματος-, αντί να είναι ενωμένη, για άλλη μια φορά στην ιστορία της επιλέγει τη διάσπαση  και το ρεβανσισμό ή στην καλύτερη των περιπτώσεων στην αυτιστική απάθεια.
   Οι αλλαγές στον ιδιωτικό τομέα το μόνο που χρειάζονταν ήταν απλά μια δικαιολογία. Το αν αυτή έχει το όνομα ανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα μικρή σημασία έχει.        
   Η απουσία τους εξάλλου όπως έχουμε καλά ενημερωθεί, δεν οφείλεται στο ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις στην Ελλάδα είναι άμεσα ή έμμεσα κρατικοδίαιτες. Δεν οφείλεται στη μη επαναχρηματοδότηση των κερδών των εισηγμένων κυρίως εταιριών που υπήρξαν τεράστια για το μέγεθος τους τα τελευταία χρόνια. Δεν οφείλεται στη μη αναζήτηση νέων αγορών πλην του κράτους. Δεν οφείλεται στην απουσία έρευνας και καινοτομίας. Δεν οφείλεται στην έλλειψη ποιότητας. Δεν οφείλεται εν τέλει στο ότι ουδέποτε ενδιαφέρθηκαν να ξεπεράσουν τις απαρχαιωμένες δομές τους ή την οικογενειοκρατική τους αντίληψη.
   Οφείλεται όπως αποφασίστηκε στους μισθούς και τη «μη ευελιξία»  της αγοράς εργασίας που σε ελεύθερη απόδοση σημαίνει ανάγκη παραγωγής εργαζομένων με συνθήκες αναλώσιμων δουλοπαροίκων. Κάτι απαραίτητο για να μπορέσει να «νοικοκυρευτεί» πλέον το κράτος. Όχι για να δημιουργήσει μη ελλειμματικούς δημόσιους και παραγωγικούς πυλώνες, αλλά για να μπορέσει να ξεφορτωθεί τα αποτελέσματα της δικής του ανικανότητας στους επιλεγμένους επενδυτές προσφέροντας τους συμβάσεις με αποικιακούς όρους εργασίας.
 Η ΓΣΕΕ εξάλλου και όλοι οι αυτοκαταργημένοι συνδικαλιστικοί φορείς δεν αποτελούν πια όχι ελπίδα αλλά μάλλον περισσότερο φόβο και οργή επιφέρουν. Οργή σιωπηλή που δεν μπορεί να ξεσπάσει ή να εξωτερικευθεί μιας και κανείς δεν μπορεί πλέον να την εμπνεύσει. Ακόμα και η αριστερά κούρασε όπως όλα τα αντί χωρίς πραγματική εναλλακτική πρόταση που να βασίζεται σε πραγματικά δεδομένα και όχι σε εκθέσεις ιδεών ή ελπίδων. Όταν το νέο όραμα μας ως εργαζόμενοι είναι η παραμονή στην εργασία τον επόμενο μήνα ακόμα και με μισθό που δεν ανταποκρίνεται ούτε στις βασικές ανάγκες, χρειάζονται προτάσεις που δεν θα χαϊδεύουν αυτιά ούτε θα παίζουν με τις λέξεις περιγράφοντας μια κατάσταση που ήδη βιώνουμε.
  Διασπασμένοι και με σκυμμένο κεφάλι ανακαλύπτουμε συνεχώς τα καινούργια όρια απώλειας του χαμένου αυτοσεβασμού μας ρωτώντας τον εαυτό μας «πώς μας τούμπαραν έτσι;, πώς φτάσαμε ως εδώ;» Μόνο που καταντάει γελοίο το ότι δεν θυμόμαστε πλέον πόσες φορές το χουμε ξαναπεί…
Το ίδιο κείμενο με πολύ μικρές αλλαγές το έχω ξαναδημοσιεύσει  πριν περίπου ένα χρόνο. Νόμιζα τότε πως εκείνα τα μέτρα, εκείνο το κομμάτι του πάζλ ήταν το τελευταίο.. Μάλλον όμως ήταν το πρώτο από τα πολλά που ακολούθησαν και θα ακολουθήσουν..

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

Δηλώσεις Χρυσοχοΐδη. Αλήθεια τι πρωτότυπο είχαν;


    Ακούγοντας τις δηλώσεις Χρυσοχοΐδη, μου ήρθαν συνειρμικά στο μυαλό δύο άλλες περιπτώσεις που απλά αποκαλύφθηκαν. Πρώτη η αποπομπή από το ψηφοδέλτιο του Πασόκ στις εκλογές του 2004 των 9 βουλευτών που υπέγραψαν την περίφημη τροπολογία Πάχτα, λέγοντας ότι δεν ήξεραν τι ακριβώς υπέγραφαν και πως αυτό στις τροπολογίες αποτελεί μια συνήθη διαδικασία. Δεύτερη και πιο πρόσφατη  περίπτωση, οι ισχυρισμοί των λεγόμενων Βατοπεδινών της ΝΔ πως δεν γνώριζαν ακριβώς τι υπέγραφαν.    
   Δύο περιπτώσεις που έτυχε και ήρθαν στο φώς απλά γιατί οι υπογραφές αποτελούσαν τη νομιμοποίηση ενός σκανδάλου. Και αν σε κάποιες περιπτώσεις η υπογραφή ήταν όντως συνειδητή, κάτι που αποτελεί κακουργηματική πράξη αλλά με την κλασσική πλέον μέθοδο των εξεταστικών επιτροπών και πορισμάτων αυτόαθωώνεται, για κάποιους άλλους η άγνοια του τι υπογράφουν αποτελούσε απλά μια τυπική κομματική διαδικασία στα πλαίσια στήριξης του κυβερνητικού «έργου».  Κάτι που προφανώς γινόταν και γίνεται συνέχεια. Το πάλε ποτέ περίφημο άρθρο του Τεγόπουλου με τίτλο «Συνένοχος ή Βλάξ» πάντως το ίδιο επικίνδυνος από την περίοδο του σκανδάλου Κοσκωτά, δεν αποτελέι πια μέρος του πολιτικού κουλτούρας –ενδεχομένως ούτε και τότε- και τέτοιες απόψεις το ίδιο το σύστημα έχει προλάβει να τις χαρακτηρίσει «πονηρές» ή λαϊκίστικες στην καλύτερη περίπτωση.  Όταν δε υπάρχει και το «δημοκρατικό» πλαίσιο της κομματικής πειθαρχίας με φόβο την απώλεια της δεδηλωμένης, η ρετσινιά της αποστασίας που κουβαλάει από το 1965 δεν αφήνει περιθώρια «ελιγμών»  σε αυτή την κουλτούρα. Εξάλλου, χτες ελάχιστες ώρες μετά τη «γκάφα;;;» Χρυσοχοΐδη, η ψηφοφορία στη Βουλή με τα όσα τραγελαφικά συνέβησαν και τα ψευτοαντάρτικα εκ του ασφαλούς, αυτό ακριβώς απέδειξε.  
   Το ζήτημα δεν είναι το πώς υπέγραψε ο κος Χρυσοχοΐδη ή η Κα Κατσέλη αλλά και τόσοι άλλοι που απλά δεν το παραδέχτηκαν και ίσως από σήμερα θα βρεθούν στη θέση του «κατήγορου» για το αίσχος των δύο. Σήμερα διαβάζουμε παντού για αυτό το αίσχος, την ανευθυνότητα, την ενδεχόμενη στρατηγική λόγω δελφινομαχίας και απόταξης της ένοχης στη συνείδηση των πάντων Παπανδρεικής διετίας, και άλλα πολλά.
  Το ζήτημα είναι πως όλοι μας γνωρίζουμε πως και οι δύο τους θα επανεκλεγούν και μάλιστα με υψηλά ποσοστά ψήφων. Πως το επίπεδο του κοινοβουλευτικού έργου όχι είναι απλά χαμηλό και γεμάτο επικίνδυνες στρεβλώσεις αλλά πως αυτές οι στρεβλώσεις  θεωρούνται φυσιολογικές και μας αγγίζουν μάλλον επιδερμικά.
   Σε μια κοινωνία που η πολιτική θα είχε την πραγματική της υπόσταση, που οι πολιτικοί θα γνώριζαν πως οι πράξεις τους παρακολουθούνται και ελέγχονται από τον εντολοδόχο λαό, και που έχουν άμεσες συνέπειες για τις πράξεις ή παραλήψεις τους, η αυτονόητη συνέχεια των δηλώσεων Χρυσοχοίδη και Κατσέλη θα ήταν πως αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους, ζητάνε συγγνώμη και αποχωρούν δια παντός από τον πολιτικό βίο πληρώνοντας το τίμημα και χάνοντας της ευκαιρία τους. Σήμερα όμως ξέρουν πως όχι μόνο θα επανεκλεγούν αλλά κάτω από προϋποθέσεις η επιδερμική μας αντίδραση και η «κοντή» μας μνήμη θα τους επιτρέψει να διεκδικήσουν μέχρι και την πρωθυπουργία. Και όλα αυτά πάντα με την ψήφο μας..

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2012

Γιατί εκλογές..


   Δύο μήνες και κάτι μετά τη «συμφωνία» των τριών κομμάτων για την κυβέρνηση Λουκά Παπαδήμου και ζήτημα του χρόνου ζωής της παραμένει ένα αναπάντητο ερώτημα παρότι συντηρείται σε  εβδομαδιαία σχεδόν βάση  είτε από στελέχη των τριών συγκυβερνούντων είτε από «πηγές» που προέρχονται από τις ηγεσίες τους..
  Παρά τις αντιρρήσεις μου για το πρόσωπο του σημερινού Πρωθυπουργού, όπως τις εξέφρασα στις  αναρτήσεις μου, Όμηροι… τη στιγμή της «επιλογής» του,  και Κυβέρνηση Παπαδήμου. Άλλο ένα “πετυχημένο” πείραμα… μετά την υπερψήφιση του προϋπολογισμού, είχα μέσα μου την ελπίδα πως κάτω από την πίεση της πραγματικότητας η Κυβέρνηση -μιας και δεν θα είχε άμεσο πολιτικό κόστος- θα έβρισκε στην πορεία κάποιο βηματισμό και θα ξεπερνούσε τις γενετήσιες αγκυλώσεις της. Και ενώ τα πράγματα εξ αρχής φαινόντουσαν ως μια «μάχη» ισορροπιών με ελάχιστες παραχωρήσεις και υπερβάσεις -κάτι που φάνηκε από τη σύνθεση της Κυβέρνησης των 50 στελεχών και την τριαρχία στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας-  πίστευα πως έστω και «εκβιαστικά» από πλευράς πρωθυπουργού θα έμπαιναν στην πορεία κάποιες κόκκινες γραμμές εύρυθμης λειτουργιάς.
   Εξ αρχής, στόχος και γενεσιουργός αιτία της Κυβέρνησης ήταν η εκταμίευση της 6ης δόσης, η ολοκλήρωση της πορείας των υποχρεώσεων που απορρέουν από την ελληνική πλευρά προς τη νέα δανειακή σύμβαση της 7ης και το περιβόητο haircut, και η κατάστρωση ενός σχεδίου νόμων και αποφάσεων που θα υπέρβαιναν τις κομματικές αγκυλώσεις και που κανένα κόμμα από μόνο του δεν θα μπορούσε να περάσει. Νόμων που θα έφερναν διαρθρωτικές  αλλαγές στην κρατική διοίκηση και  που μπορεί μεν να έφερναν αντιδράσεις αλλά δεν θα μπορούσαν να πατροναριστούν, καθώς και νόμων όχι οριζόντιας εισοδηματικής πολιτικής του δώσε υμίν σήμερα για να κλείσουν οι όποιες τρύπες, αλλά αναλογικούς, που θα εξασφάλιζαν μια ισότιμη και ασφαλώς σύννομη με το άρθρο 4 παράγραφο 5* του συντάγματος  πολιτική εσόδων. Νόμων και μέτρων που στο σημείο που φτάσαμε είναι απαραίτητα αλλά που χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη δεν γίνεται να εφαρμοστούν, όχι πια λόγω «αντίδρασης» αλλά λόγω ανέχειας.
   Παράλληλα η «συμφωνία των τριών» ή καλύτερα των δύο μιας και η στήριξη του ΛΑΟΣ δεν αποτελούσε απαραίτητη αριθμητική προϋπόθεση στήριξης, απέκλειε άμεσα τις εκλογές που σύμφωνα τόσο με τις «νηφάλιες» φωνές στο εσωτερικό, όσο και την άμεση εκβιαστική απειλή από το εξωτερικό, θα αποτελούσε την ταφόπλακα οποιασδήποτε ελπίδας αποφυγής της χρεοκοπίας. Τα χρηματικά διαθέσιμα εξάλλου του Ελληνικού κράτους είχαν άμεση ανάγκη της 6ης δόσης τόσο για εσωτερικές όσο και εξωτερικές υποχρεώσεις και σε περίπτωση μη εκταμίευσης η χρεοκοπία θα ήταν γεγονός.
   Σήμερα, με εξαίρεση την αποφυγή των εκλογών τίποτα από όσα ελπίζαμε ή προσδοκούσαμε δεν έχει επαληθευτεί, απεναντίας μας σπρώχνουν ολοένα και πιο κοντά στην οικονομική και βιοποριστική κόλαση. Οι κόκκινες γραμμές δεν μπήκαν ποτέ από τον πρωθυπουργό που θυμίζει αμειβόμενο διευθύνοντα σύμβουλο χρεοκοπημένης εταιρίας που διορίστηκε από τους μεγαλομετόχους για να έχει τις νομικές κυρώσεις που απορρέουν από τη θέση του και την υπογραφή του.
   Στο εξωτερικό πληθαίνουν οι φήμες και οι θέσεις πως η περιβόητη συμφωνία του Οκτωβρίου και το κούρεμα του 50% δεν αρκούν πλέον και χρειάζεται αναθεώρηση ενώ Γερμανία και Γαλλία «απειλούν» για την  7η δόση. Το ίδιο έργο χωρίς μάλιστα καμία παραλλαγή από αυτό που ζήσαμε το Σεπτέμβρη που «ανέτρεψε» τη συμφωνία του Ιουνίου ως μη επαρκή.
   Στο εσωτερικό όμως η κατάσταση είναι από πρωτόγνωρη έως τραγελαφική. Οι ασκοί του Αιόλου της διαδοχής στο Πασόκ έχουν ανοίξει έστω και όχι θεσμικά. Τα στελέχη του Πασόκ που απαρτίζουν την κυβέρνηση σε υπουργικές θέσεις όχι μόνο διαγκωνίζονται σε ένα καθεστώς δελφινομαχίας αλλά προσπαθώντας να αποτάξουν από πάνω τους τις ευθύνες από την 2χρονη παρουσία τους στην κυβέρνηση Παπανδρέου, είτε βρίσκονται στα χαρακώματα με τον πρώην πρωθυπουργό –η περίπτωση Χρυσοχοΐδη αποτελεί την πιο χαρακτηριστική- είτε διαφωνούν για ληφθείσες αποφάσεις όπως για παράδειγμα της αποτυχίας ή μη της εφεδρείας. Διαφωνίες που δεν περιορίζονται στα ενδοκομματικά αλλά λαβαίνουν χώρα μέσα στο  ίδιο το υπουργικό συμβούλιο της κυβέρνησης Παπαδήμου. Παράλληλα, η αμφισβήτηση ηγεσίας ή καλύτερα το κενό της στο Πασόκ, σε συνδυασμό με την έλλειψη ανάγκης οριακής ψήφισης νομοσχεδίων που θα τους έθετε ως υπόλογους για την πτώση της κυβέρνησης έχει κάνει αρκετούς βουλευτές να διαχωρίζουν τη θέση τους εκ του ασφαλούς σε οποιοδήποτε αντιλαϊκό μέτρο έρθει προς ψήφιση.
   Ο δεύτερος εταίρος της Κυβέρνησης που παράλληλα ασκεί και αξιωματική αντιπολίτευση σε μια παγκόσμια πρωτοτυπία παίζοντας με τις λέξεις αλλά κυρίως με τους θεσμούς, βρίσκεται ήδη σε προετοιμασία προεκλογικής περιόδου. Η ΝΔ που δεν έχει προβλήματα ηγεσίας την παρούσα περίοδο όπως το Πασόκ, παρακολουθεί τις εξελίξεις, δεν συμμετέχει στις αποφάσεις που στηρίζει, παρά παίζει την επικοινωνιακή πυθία ως αντίθετη σε μέτρα που παραβιάζουν τις κόκκινες αλλά ελαστικές γραμμές της. Πάντα όμως σε ετοιμότητα όχι μόνο να κρατήσει αποστάσεις αλλά και να εναντιωθεί όταν η λαϊκή αγανάκτηση πάρει αντικυβερνητικό χαρακτήρα.
   Κάτι που κάνει και ο τρίτος εταίρος που καιροσκοπικά όπως πάντα μπορεί να αλλάζει θέσεις και απόψεις, και συγκυβερνά «απειλώντας» να αποχωρήσει από μια κυβέρνηση που το ποσοστό των μελών του κόμματος του σε αυτή είναι αντιστρόφως ανάλογο της εκφρασμένης εκλογικής του δύναμης.
   Κάτω από αυτές τις συνθήκες η σημερινή κυβέρνηση όχι μόνο δεν γίνεται να προχωρήσει σε έργο αλλά απεναντίας καθίσταται διπλά επικίνδυνη κάνοντας το αίτημα για εκλογές πιο αναγκαίο από ποτέ.
Εκλογές γιατί υπό τις παρούσες συνθήκες δεν μπορεί να εκτελέσει έργο σε μια ιστορική περίοδο που οι όποιες αποφάσεις της έχουν αντίκτυπο όχι απλά σε μεσοπρόθεσμο διάστημα αλλά θα χαράξουν την πραγματικότητα των επόμενων δεκαετιών.
Εκλογές γιατί η προεκλογική περίοδος που έχει αρχίσει από τη στιγμή της δημιουργίας της επιτείνει την περίοδο αναποφασιστικότητας σε μια εποχή που καλώς ή κακώς η υιοθέτηση μέτρων που θα αλλάξουν το άρρωστο τοπίο τουλάχιστον σε επίπεδο του κρατικού μας μορφώματος είναι  επιτακτική και αναγκαία και δεν μπορεί αυτό να συμβεί με το φόβο του πολιτικού κόστους. Κατά μεγάλο ποσοστό πιθανοτήτων και η επόμενη κυβέρνηση θα είναι συνεργασίας. Θα έχει όμως και τη νωπή εντολή, αλλαγή συσχετισμών, και κυρίως χρονικά περιθώρια.
Εκλογές γιατί η πραγματικότητα σήμερα δεν έχει καμία απολύτως συνάφεια με εκείνη του 2009 και σε μια δημοκρατία –όσο και αν προσπαθούν να μας πείσουν για το επικίνδυνο του πράγματος..-  ο λαός αποφασίζει για την τύχη του.
Εκλογές γιατί αποτελούν τον κατ εξοχήν δημοκρατικό θεσμό που δεν μπορεί να μετατίθεται, δεν μπορεί να αλλάζει ημερομηνίες ανάλογα με τα συμφέροντα αυτοσυντήρησης των κομμάτων, δεν μπορεί να απαξιώνεται, και κυρίως ΔΕΝ μπορεί να ταυτίζεται με τον όρο επικίνδυνος στις δημοκρατίες.
Εκλογές για να αποφασίσουμε μόνοι μας να βάλουμε πλάτη στα δύσκολα.
Οι δανειστές, οι εταίροι μας, και όλοι όσοι εμπλέκονται στο σημερινό αλισβερίσι ασφαλώς και δεν θα ήθελαν κάτι τέτοιο. Μόνο που η αυτοδιάθεση των λαών και η δημοκρατία δεν είναι αιτήματα αλλά κεκτημένα δικαιώματα που δεν μπαίνουν σε διαπραγμάτευση σαν συλλογική σύμβαση. Και όσο κι αν να μας απειλήσουν, χρειάζονται πάντα επίσημους συνομιλητές. Ας είναι αυτοί τουλάχιστον εκλεγμένοι από εμάς και όχι δοτοί…

*Άρθρο 4 (Παράγραφος 5) Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους.

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2012

Μια κρίση που δεν είναι οικονομική…


    Η τελευταία διετία κινείται στη «σφαίρα της οικονομίας» και της κρίσης. Σε μηνιαία –αν όχι εβδομαδιαία- κλίμακα νέες λέξεις και έννοιες προστίθενται στο λεξιλόγιο μας. Spread, Swap, Συντεταγμένη ή μη χρεοκοπία, Haircut, PSI, EFSF, κ.ο.κ Οικονομικοί όροι ή ακόμα και λεκτική οικονομική «αργκό» που χρησιμοποιούμε πλέον όλοι με το ύφος του ειδικού φωτεινού παντογνώστη. Κρίνουμε, έχουμε τη δική μας λύση στο πρόβλημα που συνήθως φαντάζει στα μάτια μας πολύ απλή και αρκούν μια- δυο κινήσεις για να βγούμε από το αδιέξοδο,  απορούμε γιατί είναι όλοι ανάξιοι να τις προκρίνουν.
  Παράλληλα, ανάλογα με την ηλικιακή μας ομάδα ή την ιδεολογική και κομματική μας τοποθέτηση γνωρίζουμε και τους ενόχους που μας έφεραν ως εδώ σήμερα. Φταίνε οι πολιτικοί, φταίει ο Ανδρέας Παπανδρέου που μοίραζε αφειδώς, φταίει ο «μπούλης», φταίει ο «γιωργάκης», οι εβραιομασσώνοι με τα σκοτεινά τους σχέδια, οι σατανιστές που πολεμούν την ορθοδοξία, οι κομμουνιστές που μπλοκάρουν την ανάπτυξη, οι μεγαλοεργολάβοι, οι εφοπλιστές, οι συνδικαλιστές, οι δημόσιοι υπάλληλοι που τρώνε τις σάρκες του κράτους, οι έμποροι που κλέβουν το ΦΠΑ, το κεφάλαιο γενικά, οι μετανάστες, και σίγουρα οι ξένοι που ποτέ δεν ξεπέρασαν το κόμπλεξ τους απέναντι μας είτε για λόγους του παρελθόντος μας, είτε γιατί θέλουν να μας φάνε τα πετρέλαια και τον ορυκτό πλούτο, είτε γιατί έχουμε ήλιο.. Η λίστα μπορεί να διανθιστεί με εκατοντάδες άλλους λόγους από την τουρκοκρατία και τη δολοφονία του Καποδίστρια, μέχρι τον Ερμή που είναι ανάδρομος. Κατά κανόνα όμως μονομερώς και αξιωματικά, με απουσία της ευθύνης μας σαν λαού μιας και «ο Έλληνας στο εξωτερικό διαπρέπει γιατί εκεί υπάρχουν νόμοι και αξιοκρατία».
  Πάντοτε με το στόμφο του ειδήμονα και πάντοτε έτοιμοι να κάνουμε μακροοικονομική ανάλυση πάνω σε ένα πακέτο τσιγάρα ακόμα και αν αγνοούμε την προπαίδεια.  Ζούμε σήμερα μια αντίστοιχη περίοδο με του 1999 που μπορεί να μη γνωρίζαμε πόσο κάνει ένα μπουκάλι γάλα, αλλά μπορούσαμε να αποστηθίσουμε απ έξω και ανακατωτά το γενικό δείκτη του χρηματιστηρίου, να περιμένουμε τα split για να μπούμε ή να βγούμε, να ανταλλάσουμε πληροφορίες για τα θεμελιώδη μεγέθη των εισηγμένων στο ΧΑΑ, και βλέποντας αργότερα το δείκτη να πέφτει ήμασταν βέβαιοι ως ειδικοί πως «δεν γίνεται να πάει κάτω από τις 4000 μονάδες, τις 3000, τις 2000 και πάει λέγοντας. Με το ίδιο ύφος και με τα ίδια επιχειρήματα που χρησιμοποιούμε και σήμερα για το αν τελικά πτωχεύσουμε ή όχι, αν θα ξανάρθει η δραχμή ή θα μείνουμε στο ευρώ. Στηριγμένα απλά στην ελπίδα μας , το ιδεολογικό μας κόλλημα, την έφεση μας να παπαγαλίζουμε χωρίς σκέψη ότι ακούμε, και –κυρίως- να ικανοποιήσουμε την «ψευδαίσθηση» μας ότι γνωρίζουμε μιας και η φράση «δεν έχω άποψη γιατί αγνοώ το θέμα» δεν υπάρχει στο λεξιλόγιο μας.  Ενδεχομένως  δε να αισθανθούμε και προσβεβλημένοι αν μας το προσάψει κάποιος.
   Κατανοούμε βέβαια πως για να μπορέσουμε να βγούμε από το αδιέξοδο χρειάζονται μέτρα, μόνο που κανένα μέτρο δεν είμαστε έτοιμοι να το δεχτούμε.. Ίσως πια όχι άδικά μιας και όλα τα μέτρα που μας έχουν επιβληθεί και μάλιστα «οριζόντια» χωρίς διακρίσεις ήταν ατελέσφορα, και όχι βασισμένα σε κάποιο σχέδιο αλλά πάνω σε μια κρίση πανικού άμεσης ανεύρεσης πόρων. Αποτέλεσμα όμως μιας χρόνιας αναβλητικότητας και  έλλειψης σχεδιασμού -που θα μας βρει εκ των προτέρων εναντίον της-  υπό το φόβο πάντα του πολιτικού κόστους από τους κυβερνώντες που οι ίδιοι εκλέγουμε. Αναβλητικότητα που είναι μάλλον και ο καθοριστικός παράγοντας που μας κρατάει «δεμένους» στον προμηθειακό μας πάσαλο.
   Πόσο όμως η κρίση σήμερα στη χώρα μας είναι αμιγώς οικονομική και κατά πόσον η λύση της θα προέλθει μέσα από την αποτελεσματικότητα οικονομικών στόχων;  Τα αίτια της κρίσης είναι μόνο οικονομικά ή μήπως οφείλονται σε μια βαθιά πολιτισμική κρίση που βιώνουμε κομπάζοντας την τελευταία πεντηκονταετία και είναι αυτή που αποτελεί τροχοπέδη για την εξεύρεση λύσης;
   Η παγκόσμια οικονομική κρίση που ξεκίνησε από την κατάρρευση της Lehman Brothers δεν μας βρήκε απλά απροετοίμαστους  αλλά ανέδειξε όλες τις πτυχές μιας άλλης χρόνιας κρίσης, αυτή της πολιτισμικής, συνέπεια της οποίας αποτελεί η οικονομική. Ασφαλώς και η κρίση σήμερα είναι παγκόσμια και με πολλά κοινά χαρακτηριστικά σε όλα τα κράτη που τη βιώνουν ανεξαρτήτως ιδιαιτεροτήτων. Αυτές όμως οι ιδιαιτερότητες είναι που αντί να προάγουν την επίλυση, μας ρίχνουν όλο και πιο βαθιά στον οικονομικό καιάδα.
    Ο ατομικισμός, η συντεχνιακή αντίληψη που για χρόνια καλλιεργήσαμε και δυστυχώς συνεχίζουμε να καλλιεργούμε, το πολιτικό «αλισβερίσι» με αντάλλαγμα το στρουθοκαμηλισμό μας απέναντι στην ανομία και την καθιέρωση της έννοιας του πολιτικού κόστους, η απαξίωση της αξίας και της νομιμότητας με την ταμπέλα της γραφικότητας, και τόσα άλλα γνωστά σε όλους μας είναι αποτέλεσμα πολιτιστικής κρίσης ως αποτέλεσμα υποβαθμισμένης παιδείας.  
   Παιδείας που στο εκπαιδευτικό σύστημα  από τον δεξιό υπερσυντηρητισμό περάσαμε μετά τη μεταπολίτευση σε ένα σύστημα που ο κάθε αναρμόδιος υπουργός οραματιζόταν τη δική του μεταρρύθμιση απαξιώνοντας πλήρως τον παιδευτικό χαρακτήρα του και με μια ελευθεριότητα που οδήγησε στην ασυδοσία και την απαξίωση. Κοινωνικής παιδείας που γαλούχησε γενιές με όραμα το οικονομικό φαίνεσθαι και προήγαγε το σκοπό και όχι το μέσο ή την επάρκεια. Πολιτικής παιδείας  που ταυτίστηκε με την κομματική συνθλίβοντας ιδεολογίες, οράματα, κοσμοθεωρίες στο βωμό της αυτοσυντήρησης στην κομματική και εξουσιαστική νομενκλατούρα.
    Αυτή η κρίση πολιτισμού είναι που αποτελεί το εμπόδιο για να κοιτάξουμε μπροστά με αισιοδοξία. Γιατί αν το βασικό χαρακτηριστικό της οικονομίας διαχρονικά και παγκόσμια είναι η «κοντή» μνήμη που αρκούν οι μεταβολές συγκεκριμένων ποσοστών, αριθμών και αλγοριθμικών συμβάσεων για να μετατρέψουν θεωρητικά την υπανάπτυξη σε πρόοδο, ο πολιτισμός χρειάζεται χρόνο για να αναπτυχθεί. Κυρίως όμως χρειάζεται όραμα και αυτογνωσία. Άραγε την έχουμε;  

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012

Απολογισμοί. 2011 μια χρονιά που μέσα δίνη των δεινών της, αφήνει ίχνη ελπίδας για το αύριο.


   Ανέκαθεν η αλλαγή του χρόνου προσφέρεται για σκέψεις, απολογισμούς, οριοθέτηση νέων στόχων. Σαν το αυθαίρετο κλείσιμο ενός κύκλου που στιγμιαία  ρίχνει στη λήθη τις «δύσκολες» στιγμές και καταστάσεις που πέρασαν και  μεταβαίνει στην αφετηρία ενός νέου με την αναγκαία ψευδαίσθηση πως το νέο θα είναι πιο όμορφο ή έστω λιγότερο κακό από αυτό που πέρασε. Είναι η στιγμή που εκούσια  η αέναη συνέχεια της πορείας διακόπτεται, και η ανάγκη μας για αισιοδοξία και άντληση δύναμης για το νέο κύκλο – που γνωρίζουμε πως θα είναι εξίσου ή και περισσότερο δύσκολος- μας γεμίζει ελπίδα. Περισσότερο μεταφυσικά παρά ορθολογιστικά, μα αναγκαία για ανασύνταξη δυνάμεων και ανάταση.  
    Συνήθως αυτή η σπασμωδική ανάγνωση ενώ ρίχνει στον καιάδα τη χρονιά που πέρασε -μιας και της προσάπτει μόνο τα αρνητικά-  τη δικαιώνει εν τέλει αρκετά αργότερα όταν οι προσδοκίες του νέου δεν επαληθεύονται και η πραγματικότητα γίνετε πιο ζοφερή από το χτες. Είναι η στιγμή που η προσδοκία συναντά την καθημερινότητα και η χρυσόσκονη της εορταστικής ευφορίας κατακάθεται βίαια στο έδαφος των προβλημάτων που δεν έπαψαν ποτέ να υπάρχουν στην πραγματικότητα.
   Υπάρχει όμως και η «άλλη» ανάγνωση. Αυτή που προσπαθεί να «δει»  την παρακαταθήκη της ελπίδας μέσα από τις νέες συνθήκες  και την πραγματικότητα που αφήνει πίσω της η χρονιά που πέρασε. Το 2011 έφερε πολλές αλλαγές στη ζωή μας. Αλλαγές βίαιες που μας έσπρωξαν βίαια σε ένα χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο από αυτό που είχαμε συνηθίσει.  Η ανασφάλεια για το άμεσο μέλλον έγινε ο καθοριστικός ψυχολογικός παράγοντας που καθορίζει τις κινήσεις μας, η ελευθερία μας συρρικνώθηκε, η δημοκρατία μας τραυματίστηκε. Είδαμε την ανεργία να μαστίζει τον άμεσο περίγυρο μας, την ανέχεια να κάνει την εμφάνιση της στις γειτονιές μας, τη ζωή μας να γεμίζει με φόβο. Κι όμως μέσα από αυτή την κατάσταση μπορούμε να δούμε ψήγματα που μας γεμίζουν ελπίδα. Όχι «ψεύτικη» και ανακουφιστική αλλά πραγματική που να μπορεί να μας κάνει να οραματιζόμαστε τη δημιουργία ένα μέλλοντος  καλύτερου και  στηριγμένου σε πιο στέρεες και ανθρώπινες βάσεις.
   Ήταν η χρονιά που όλοι μας συνειδητοποιήσαμε πως τόσα χρόνια στηρίζαμε και ανεχόμασταν να μας εκπροσωπούν άνθρωποι ακατάλληλοι που αποκλειστικός τους γνώμονας ήταν το προσωπικό τους συμφέρον δημιουργώντας ένα κρατικό μόρφωμα για το οποίο είμαστε απλά ένας αριθμός φορολογικού μητρώου χωρίς δικαιώματα.
   Ήταν η χρονιά που καταλάβαμε πως  όσο αποτελούμε ένα σύνολο μεμονωμένων  ιδιοτελών πολιτών που αγνοεί συνειδητά τα δικαιώματα του διπλανού του, δεν θα αργήσει να έρθει η στιγμή που θα αγνοηθούν και τα δικά μας διαλύοντας εν μια νυκτί την επίπλαστη πραγματικότητα μας.
    Ήταν η χρονιά που συζητήσαμε και πολιτικοποιηθήκαμε ξανά χωρίς τις κομματικές παρωπίδες που μας κρατούσαν καθηλωμένους σε ψεύτικα διλήμματα, συνειδητοποιώντας  πως αυτά που μας ενώνουν είναι πολύ περισσότερα από αυτά που μας χωρίζουν.
  Ήταν η χρονιά που «ξανανακαλύψαμε» και ήρθαμε σε επαφή με ανθρώπους με κοινά οράματα, κοινές ανησυχίες για το μέλλον και που μπορούμε μαζί τους να δημιουργήσουμε υγιή κύτταρα μιας κοινωνίας που νοσεί.
    Ήταν η χρονιά που πολλοί από εμάς επαναπροσδιορίσαμε τις αξίες μας και επενδύσαμε περισσότερο στις ανιδιοτελείς ανθρώπινες σχέσεις ως τη μόνη δικλείδα ασφαλείας που έχουμε.
   Ήταν η χρονιά που καταλάβαμε πως η κάθοδος μας στους δρόμους  χωρίς αίτημα αλλά με ένα γενικότερο «αντί» όχι μόνο δε  θορύβησε την εξουσία αλλά αυτή δεν είχε κανένα πρόβλημα να μας διαλύσει βίαια και χωρίς κανένα για αυτήν κόστος, όταν έπαψε να μας χρησιμοποιεί.  
     Ήταν η χρονιά που οι περισσότεροι κάναμε την αυτοκριτική μας, είδαμε τα λάθη μας, απομυθοποιήσαμε την αθωότητα μας  στις ευθύνες που μας αναλογούν.
   Τέλος, ήταν η χρονιά που συνειδητοποιήσαμε πως το επίπεδο παιδείας που μας χαρακτηρίζει σαν λαό -παιδείας πραγματικής, κοινωνικής, πολιτικής- είναι το μεγαλύτερο «αγκάθι», το μεγαλύτερο εμπόδιο  που πρέπει να προσπεράσουμε για να μπορέσουμε να χτίσουμε ένα πιο σίγουρο αύριο.
   Ίσως όλα αυτά να αποτελούν δικές μου ελπίδες για αυτά που μας άφησε ο περασμένος χρόνος. Ίσως και να μην έχουν συμβεί στην πραγματικότητα τουλάχιστον όσον αφορά το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας.  Ίσως η πίστη μου πως τελικά οι συνθήκες θα οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυτό που δεν καταφέραμε τόσα χρόνια, στον εξανθρωπισμό της κοινωνίας μας να είναι υπέρμετρη.  Ακόμα όμως και αν αφορούν ένα μικρό κομμάτι της ή μια εν δυνάμει δυναμική, με κάνει να πιστεύω πως είμαστε όλο και πιο κοντά στην συνειδητοποίηση πως το κράτος –άθλιο, απάνθρωπο, χρεοκοπημένο ή όχι-  ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΙΔΙΟΙ, άρα είναι αποκλειστικά στο χέρι μας να το αλλάξουμε.

Καλή Χρονιά