4 Νοεμβρίου 2012

Η ψήφος της Τετάρτης. Ελπίδα ή φόβος; Μια απόφαση που καλούμαστε να πάρουμε εμείς και όχι όσοι ψηφίσουν.


Μπορείς να θεωρείς τις δανειακές συμβάσεις, τις απαιτήσεις της τρόικας και των δανειστών απαράδεκτες αλλά να σε κυριεύει ο φόβος του να μην ψηφιστούν τα μέτρα; Στη χώρα που η μικρή σύγχρονη ιστορία της είναι γεμάτη από διχασμούς και δίπολα μάλλον όχι. Μπορείς να πιστεύεις πως η σημερινή ευρωπαϊκή ένωση και νομισματική ενοποίηση κάθε άλλο από ενωμένη και υπέρ της αλληλεγγύης των μελών της λειτουργεί αλλά να μη θέλεις να φανταστείς τη χώρα σου εκτός του ευρωπαϊκού κόλπου: Στη χώρα που οι πολίτες της θεωρούν πως οι ξένοι ευθύνονται για όλα τα δεινά της και της χρωστούν προπατορικά, όχι. Τέλος, μπορείς να πιστεύεις πως το μνημόνιο θα έπρεπε να έχει εφευρεθεί από εμάς πριν μας το επιβάλουν οι δανειστές μας; Στο κράτος που οι πολίτες του ενώ δηλώνουν πως για τη σημερινή κατάσταση φταίει το σαθρό και χρεοκοπημένο μοντέλο λειτουργίας του τα τελευταία τριάντα χρόνια την ίδια στιγμή ονειρεύονται να επιστρέψουν σε αυτό, σίγουρα όχι.

Στην ψηφοφορία της τετάρτης διακυβεύονται πολλά και τίποτα. Όσο οξύμωρο και αν διαβάζεται η καταστροφή που θα φέρει η επίσημη πτώχευση μπορεί να έρθει είτε άμεσα καταψηφίζοντας το πακέτο μέτρων, είτε σε σύντομο χρονικό διάστημα μιας και η υπερψήφιση τους δεν σημαίνει πως θα σταματήσουμε να βουλιάζουμε. Ευκαιρία προσφέρει και χρόνο που με τους υπάρχοντες συσχετισμούς στην Ευρώπη - ακόμα και ο Ολάντ που στα καθ ημάς υπερβολικά όπως πάντα πανηγυρίσαμε την εκλογή του περισσότερο από τους Γάλλους.. συμφωνεί- είναι η τελευταία. Με βάση αυτό ψηφίσαμε εξάλλου στις τελευταίες εκλογές. Με το ίδιο δίλλημα και τα ίδια ερωτήματα.

Στο μεσοδιάστημα που ακολούθησε από τότε η Κυβέρνηση λειτούργησε ως "ειδικού σκοπού". Μετά τις παλινωδίες στην "εξεύρεση" Υπουργού Οικονομικών, ολόκληρο το κυβερνητικό έργο περιγράφεται με δύο λέξεις. "Διαπραγματεύσεις" και "Eξαγγελίες". Επικοινωνιακά ονομάστηκε ως "επανάκτηση της χαμένης αξιοπιστίας της χώρας" μόνο που αυτή δεν κερδίζεται με λόγια αλλά με έργα. Στην πράξη, οι εξαγγελίες και το νομοθετικό έργο αναλώθηκαν σε σχέδια, επιτροπές, αναβολές και μεταθέσεις για μετά τη συμφωνία με την τρόικα. Δύο πράγματα όμως είναι εύκολο να διαφανούν. Το πρώτο -εύλογο για τα πολιτικά μας ήθη- είναι πως η απόδοση ευθυνών αναστέλλεται για τις καλένδες και περιορίζεται στο πρόσωπο του Άκη Τσοχατζόπουλου. Το δεύτερο πως η διάθεση αντίστασης στις χρόνια εξαιρούμενες κάστες των προνομιούχων, σε ότι αφορά την κατανομή των βαρών, και στις συντεχνίες του υπερτροφικού, γραφειοκρατικού και παθογόνου δημοσίου είναι από ελάχιστη έως μηδαμινή. Κι αν σε κεντρικό επίπεδο μπορεί να έχει υπάρξει σε ελάχιστους μεμονωμένη διάθεση, σε επίπεδο βουλευτών, γεν. γραμματέων και κομματαρχών τα πράγματα παραμένουν παγιωμένα. Στήριξη στους συνδικαλιστές μας, και βόλεμα στο μέτρο που οι δύσκολες συνθήκες επιτρέπουν.

Η ίδια η διαπραγμάτευση κινήθηκε σε αυτόν τον άξονα. Εξαγγέλλουμε πως θα κάνουμε όσο το δυνατόν λιγότερες οριζόντιες περικοπές μιας και δεν μπορούμε λόγω της κατάστασης να τις αποφύγουμε, μπορούμε όμως να εξαιρέσουμε από τις προτάσεις μας τα συντεχνιακά δικαιώματα των "ευγενών". Δαιμονοποιώντας την τρόικα όταν δεν έχουμε ακόμη την απάντηση στο πόσοι είναι οι οργανισμοί του Δημοσίου, πόσοι πληρώνονται από αυτούς και σε ποιά υπουργεία ανήκουν.

Η ψήφος της Τετάρτης είναι πολύ σημαντική αλλά μόνο με την προϋπόθεση την επόμενη κιόλας μέρα η αδύναμη από πλευράς συσχετισμών και πλειοψηφίας κυβέρνηση - και σίγουρα πολύ πιο αδύναμη μετά την Τετάρτη- καταφέρει να κάνει τόσες τομές όσες δεν έγιναν εδώ και 50 χρόνια. Με τεράστιο πολιτικό κόστος αλλά ως η μόνη ελπίδα. Όχι μόνο σε επίπεδο αλλαγής πολιτικής αλλά κυρίως νοοτροπίας και αλήθειας και γκρεμίσματος των ελληνικών μύθων.

Γιατί είναι μύθος πως η ιδιωτικοποίηση ενός δημόσιου φορέα αποτελεί ξεπούλημα. Από τη στιγμή που δεν ανήκουμε-τουλάχιστον θεωρητικά..- σε σοβιετικού τύπου οικονομία , το κράτος ωφελείται και έχει έσοδα μέσω της φορολογίας τόσο των κερδών όσο και των μερισμάτων μιας εταιρίας είτε του ανήκει είτε όχι. Απεναντίας ξεφορτώνεται το μισθολογικό κόστος. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μια εταιρία που να ανήκει στο δημόσιο και λειτουργεί με υγεία και κέρδη -αυτό θα ήταν το ιδανικό άλλωστε για όσους δεν είμαστε λάτρεις της "ελεύθερης αγοράς"- μόνο που με τα ευχολόγια και την ουτοπία δεν αντιμετωπίζουμε την πραγματικότητα όπως έχει διαμορφωθεί. Είναι μύθος πως το κράτος δεν μπορεί να λειτουργήσει ελεγκτικά. Και η τεχνολογία, και το στελεχιακό του δυναμικό το επιτρέπει. Αυτό που χρειάζεται είναι η αλλαγή της έννοιας της συνδιαλλαγής. Μόνο που αυτό όσο αυτονόητο κι αν ακούγεται αποτελεί τον πόλεμο με τη συνδιαλλαγή, το βασικό μέχρι σήμερα πυλώνα της οικονομικής μας ζωής. Οι εφορίες για παράδειγμα είναι για να ελέγχουν και όχι για να δέχονται το κοινό να εξυπηρετείται, να πληρώνει, και να συναλλάσσεται. Το ίδιο και οι πολεοδομίες και όλοι οι φορείς ελέγχου και εσόδων. Θα μπορούσαν να αναφερθούν δεκάδες μύθοι που μας συνοδεύουν και μας έχουν καταστήσει υπανάπτυκτους τόσο οικονομικά όσο και πολιτισμικά μιας και η διαφθορά δείγμα πολιτισμού είναι. Το ερώτημα όμως που διακυβεύεται είναι το εξής.

Θα καταφέρουμε να περάσουμε τις συμπληγάδες μας; Θέλουμε να συνεχίσουμε να πιστεύουμε στα θαύματα και τα ευχολόγια; Θέλουμε να συνεχίσουμε να επικροτούμε τον εκάστοτε λαϊκιστή μεσσία που μας χαϊδεύει τα αυτιά χωρίς λύσεις και με μόνη πολιτική τον εκβιασμό στους δανειστές πως "εσείς θα χάσετε αν δεν πληρώσουμε αυτά που έχουμε πάρει δεσμευόμενοι με την υπογραφή μας; " Λογικό επιχείρημα για τους εκβιασμούς στη νύχτα ή ακόμα και στο πως λειτουργεί η συνδιαλλαγή κράτους - πολιτών μέχρι σήμερα στα καθ ημάς. Μόνο που σε κανένα φορέα στον πολιτισμένο κόσμο δεν μπορεί να λειτουργεί ως επιχείρημα, πόσο μάλλον όταν είναι κρατική θέση.

Θα καταφέρουμε να βγούμε από τα αδιέξοδα που δημιουργήσαμε; Την απόφαση δεν θα την πάρουν οι βουλευτές που θα ψηφίσουν την Τετάρτη. Θα την πάρουμε εμείς οι ίδιοι. Είμαστε διατεθειμένοι να αλλάξουμε νοοτροπία; Το κράτος δεν αποτελείται από κάτι απρόσωπο και ξένο αλλά από εμάς τους ίδιους. Τα μέτρα δεν θα φέρουν λύση -πολλά από αυτά άλλωστε κινούνται στον αντίθετο δρόμο- θα μας δώσουν όμως χρήμα για να αποφύγουμε τη διάλυση και τον απειροελάχιστο χρόνο να δημιουργήσουμε τις υποδομές για να μάθουμε να παράγουμε περισσότερα από ότι ξοδεύουμε για να μην είμαστε το πειραματόζωο στα χέρια της κάθε τρόικας και του κάθε δανειστή. Αν ξεπεράσουμε το σκόπελο μετά μπορούμε να συζητήσουμε για όλα τα φαιδρά που έχουμε υποστεί -με τεράστιες δικές μας ευθύνες- από τους δανειστές μας, από τους πολιτικούς που εκλέγαμε, από τα χρηματοοικονομικά κερδοσκοπικά και καιροσκοπικά κέντρα, από ότι μας ταλάνισε και μας ταλανίζει . Μπορούμε να μιλήσουμε για το μοντέλο ανάπτυξης που ιδεολογικά μας προσδιορίζει, για το δρόμο που θέλουμε να πάρουμε. Όταν όμως είσαι στην εντατική το όνειρο και ο αγώνας είναι να ξεφύγεις από το κίνδυνο όχι να αλλάξεις το παγκόσμιο σύστημα υγείας. Ο «Θάνατος» δεν φέρνει μόνο περεταίρω φτώχεια και πλήρη διάλυση της κοινωνικής συνοχής. Φέρνει και περεταίρω άνοδο των άκρων που ήδη βιώνουμε. Φέρνει κίνδυνο της ίδιας της κουτσουρεμένης μας δημοκρατίας. Φέρνει φόβο και όχι ελπίδα. Και η κατάσταση μετά δεν θα μας επιτρέπει την πολυτέλεια να φωνάζουμε όπως πάντα πως μας φταίνε όλοι οι άλλοι..
Δημοσίευση σχολίου