18 Ιουλίου 2012

Και τώρα τι; Η επιλογή ανάμεσα σε δύο αντίθετους δρόμους με κοινό παρανομαστή




   Και τώρα τι; Οι εκλογές πέρασαν, η νέα κυβέρνηση «κατάφερε» να βρει το μετέωρο αλλά με σίγουρη πτώση βηματισμό της, και τα πάντα μοιάζουν σαν να μην μεσολάβησε τίποτα από τη στιγμή που μπήκαμε στην περίοδο Παπαδήμου. Σαν να μην έγιναν εκλογές, σαν να μην ακούσαμε για προγραμματικές συγκλίσεις, σημεία, αντιθέσεις, διλλήματα.  Αλήθεια πόσες φορές έχουμε ακούσει και θα ακούσουμε ακόμα πως «η εκταμίευση της επόμενης δόσης θα εξαρτηθεί από την αξιολόγηση της ομάδας εργασίας για την πρόοδο και επιτάχυνση των ενεργειών της κυβέρνησης»;  Πόσες φορές ακούσαμε και θα ακούσουμε ξανά για τα ισοδύναμα, την αναγκαιότητα της ανάπτυξης, το συμμάζεμα των κωδικών, την ανασύσταση του κράτους ,έννοιες και πράξεις τόσο σημαντικές αλλά ταυτόχρονα και τόσο κλισέ ;
   Το «χαρτί» της διάλυσης της Ευρωζώνης σε περίπτωση που η χρεοκοπία μας οδηγήσει έξω από το Ευρώ, μοιάζει πλέον με το περιβόητο περίστροφο του ΔΝΤ της εποχής Παπακωνσταντίνου.  Αντί να τρομάξουν οι εταίροι, μας είπαν lets go.. Πλέον και μετά από δύο χρόνια συνεχών παλινδρομήσεων, ευχολογίων αλλά και χορηγήσεων η Ευρώπη είναι πανέτοιμη όχι μόνο να αντέξει τη σχεδόν σίγουρη έξοδο μας με κάποιο ίσως οικονομικίστικο τρυκ από τον πυρήνα του Ευρώ, αλλά μάλλον και το επιδιώκει με τις μικρότερες πιθανές απώλειες. Κάτι που φάνηκε ξεκάθαρα –και παρά τους συνηθισμένους μας πανηγυρισμούς- στην τελευταία σύνοδο. Όχι γιατί η Ισπανία και η Ιταλία κατάφεραν να περάσουν τις θέσεις τους για τη χρηματοδότηση των τραπεζών, κάτι που είναι αμφίβολο να συναινέσουν οι χώρες του βορρά για αυτό, αλλά γιατί «εισέπραξαν» το ότι η Νομισματική Ευρώπη τις θεωρεί κομμάτι τους. Κάτι που η χώρα μας έχει πλέον απολέσει σε όλα τα επίπεδα και πλέον τονίζετε από όλα τα διεθνή φόρα. Σήμερα η Citigroup σε έκθεση έδωσε και καταλυτική ημερομηνία την 1/1/2013
    Οι δρόμοι που έχουμε μπροστά μας να διαλέξουμε είναι δύο όπως πάντα ήταν κι ας προσθέταμε εμείς για λαϊκή κατανάλωση επαναδιαπραγματεύσεις, επιμηκύνσεις, αναχρηματοδοτήσεις και άλλες ασκήσεις επί χάρτου εντός των τειχών. 
   Ο ένας είναι η πλήρης προσαρμογή στο νεοφιλελεύθερο (και ο όρος είναι ατυχής) δόγμα που κυριαρχεί στην Ευρώπη. Αποδέχεσαι το ρόλο του δανειζομένου και ακολουθείς τα μοντέλα που έχουν επιβληθεί πασχίζοντας να καταφέρεις να ανταπεξέλθεις στις υποχρεώσεις σου. Κάτι που και οι "σύμμαχοι" του Νότου που ταυτιζόμαστε έχουν ήδη επιλέξει. Ακολουθώντας σε μια περίοδο που ο κοινωνικός ιστός έχει σχεδόν διαλυθεί τις επιταγές της κραταιής σήμερα αντίληψης της οικονομίας που έχει υποκαταστήσει πλήρως την πολιτική και θεωρεί το κοινωνικό κράτος ως μη συμβατό μιας και δεν αποφέρει κερδοφορία ή τη λεγόμενη "ανταποδοτικότητα".
   Ο δεύτερος είναι η μη αποδοχή του χρέους και η στάση πληρωμών και υποχρεώσεων απέναντι σε δανειστές αλλά και εταίρους - με αντίστοιχα προφανώς βιοποριστικά και κοινωνικά προβλήματα- που οδηγεί όχι μόνο έξω από τον Ευρωπαϊκό κύκλο αλλά και σε πλήρη όχι μόνο οικονομική αλλά και γεωστρατηγική απομόνωση σε ένα momentum που τα πάντα γύρω μας στη μεσογειακή λεκάνη και ανατολή είναι σε κατάσταση μεγάλου αναβρασμού και ανακατατάξεων χωρίς να μπορεί κανείς να προσδιορίσει την εξέλιξη. Όπως αντίστοιχα δεν μπορούν να προβλεφτούν οι εξελίξεις στην ίδια την Ευρωζώνη όταν  βρισκόμαστε στο σημείο η Ιταλία, 7η στον κόσμο οικονομία αντιμετοπίζει τεράστια δημοσιονομικά προβλήματα.
   Και οι δύο δρόμοι εκτός από δύσβατοι και μάλλον αδιέξοδοι, όχι μόνο βραχυπρόθεσμα αλλά και μεσοπρόθεσμα, πέρα από την μεγάλη πτώση του βιοτικού επιπέδου σε σημείο εξαθλίωσης για πολύ μεγάλα στρώματα του πληθυσμού, έχουν ένα προαπαιτούμενο κοινό παρανομαστή. Την ανάγκη μεταρρυθμίσεων σε όλα τα επίπεδα της μέχρι τώρα κρατικιστικής και συντεχνιακής μας αντίληψης. Παιδεία, Εργασία, Υγεία, Διοίκηση, Παραγωγή, Ασφάλιση, Περιβάλλον, Μέριμνα, πρέπει όχι απλά να αλλάξουν και να εκσυγχρονιστούν αλλά και να διαφοροποιήσουν την ύπαρξη τους από γραφεία εργασίας και απορρόφησης ανέργων σε υπηρεσίες παροχών στον πολίτη με βάση το αντικείμενο τους.
 Την ανάγκη νομιμότητας, ισονομίας και κλεισίματος των νομικών παραθύρων που μας οδηγούν χρόνια και συντηρούν το κρατικό μας καρκίνωμα.
Την ανάπτυξη όχι μέσω ξεπουλήματος ή επίτευξης πλαστών οικονομικών στόχων αλλά μέσω της απελευθέρωσης της παραγωγικής διαδικασίας χωρίς γραφειοκρατικά και συντεχνιακά εμπόδια.
Την επιτακτική ανάγκη αποκέντρωσης όχι σε τύπους αλλά σε ουσία ώστε όχι μόνο η περιφέρεια να πάψει να αποτελεί τον πυρήνα φυγής  εσωτερικής μετανάστευσης αλλά να μπορεί να λειτουργεί αποκομμένη από τις δαιδαλώδεις διαδικασίες άμεσης εξάρτησης από το υδροκέφαλο Αθηναϊκό "κράτος". Η τεχνολογία σήμερα, ακόμα και αυτή που υπάρχει και στο τελευταίο σπίτι αλλά όχι στους φορείς του δημοσίου προσφέρει τη λύση εδώ και χρόνια. 
Κυρίως όμως την αποβολή της νοοτροπίας της μετάθεσης και της αναβλητικότητας.   Η Ελλάδα έχει όλα τα εχέγγυα να γίνει μια ανταγωνιστική οικονομία και να παράξει  πλούτο. Δεν της λείπει ούτε η τεχνογνωσία, ούτε η έλλειψη πόρων, ούτε η πηγές παραγωγής. Της λείπει το δυναμικό που θα αντισταθεί στην ευκολία του παρόντος και την ανευθυνότητα και θα δημιουργήσει με γνώμονα το εμείς και το αύριο.  Η κουλτούρα και η παιδεία του εργατικού δυναμικού που εκπορεύτηκε στον παρασιτισμό και την παρακμιακή  λογική του "εγώ θα βγάλω το φίδι από την τρύπα"
Είτε με τον ένα, είτε με το άλλο δρόμο, οι αλλαγές που θα πρέπει να συντελεστούν είναι οι ίδιες. Ο χρόνος όμως τρέχει και εμείς στρουθοκαμηλίζουμε στον ουτοπικό μας μικρόκοσμο. Στην Κυβέρνηση των τριών που προσπαθεί να ισορροπήσει σε τακτικά κομματικά παιχνίδια την ίδια στιγμή που εκ των πραγμάτων θα πάρει τα χειρότερα μέτρα που έχουν παρθεί έπο σύστασης του Ελληνικού κράτους, στην αξιωματική αντιπολίτευση που λαϊκίζει περισσότερο και απ την εποχή του αυριανισμού, στην ελάσσονα αντιπολίτευση που αποτελεί δείγμα της ποιότητας των επιλογών μας, και σε εμάς τους ίδιους που όχι μόνο δεν αντιλαμβανόμαστε το πού βρισκόμαστε αλλά οδηγούμαστε στην οικονομική σφαγή εφήμερων σχεδίων και προσωρινών λύσεων  χωρίς να συνειδητοποιούμε πως προέχει να αλλάξουμε νοοτροπία και να πάψουμε να πιστεύουμε στα θαύματα. 
   Σήμερα η Ευρώπη ξαναζεί το μεσαίωνα ίσως και με χειρότερους αναγωγικά όρους. Μόνο που αυτός ο Μεσαίωνας δεν θα κρατήσει όσο ο πρώτος. Οι εποχές τρέχουν, ο χρόνος δεν είναι στατικός και η Αναγέννηση που πάντα και όχι αναίμακτα ακολουθεί νομοτελειακά δεν θα αργήσει να έρθει. Ίσως θυσιαστεί μια γενιά, ίσως το τούνελ δεν έχει ακόμα φώς, αλλά πάντα ακολουθεί.  Το ζήτημα είναι για εμάς αν θα  χάσουμε για δεύτερη φορά στην ιστορική μας διαδρομή την Αναγέννηση. Η απώλεια της πρώτης φοράς ακόμα μας ακολουθεί...

Δημοσίευση σχολίου