29 Σεπτεμβρίου 2011

Αναζητώντας τις προυποθέσεις μεταβολής της παθητικής στάσης ενός λαού που οδηγείται επί σφαγή, στην ενεργητική αντίδραση.

   Ένα ερώτημα που βασανίζει τους περισσότερους μας είναι το ποια είναι η λεπτή κόκκινη γραμμή που χωρίζει την παθητική στάση από την ενεργητική αντίδραση ενός λαού. Όχι το ποια είναι τα αίτια για αυτή τη μετάβαση. Αυτά είναι γνωστά και όλοι μας σε καφενειακού ή φιλολογικού επιπέδου συζητήσεις μπορούμε να απαριθμήσουμε σωρεία επιχειρημάτων και αιτιών.
   Το ερώτημα έρχεται στο πότε και στο ποιες είναι οι προϋποθέσεις για να συμβεί κάτι τέτοιο. Υπάρχουν τα στερεοτυπικά κλισέ που λένε πως «οι λαοί αντιδρούν όταν δεν έχουν τίποτα πλέον να χάσουν», πως «αρκεί μία απλή και συνήθως πολύ μικρή αφορμή για να ξεκινήσει το ξέσπασμα», πως «η πείνα είναι το μεγαλύτερο όπλο μιας επανάστασης», και άλλα πολλά αντίστοιχα. Σωστά μεν αλλά αποτελούν περισσότερο απαντήσεις σε προγενέστερες και όχι κοινωνικοπολιτικά όμοιες καταστάσεις παρά στο πότε η αντίδραση μαζικοποιείται και φέρνει αποτέλεσμα.
   Στην ελληνική πραγματικότητα οι αφορμές έχουν πάψει από καιρό να αποτελούν τη σπίθα. Διαδέχονται η μία την άλλη με καταιγιστικούς ρυθμούς κατά απόλυτη αντιστοιχία με τα συναισθήματα μας. Φόβος, αβεβαιότητα, παραίτηση, απόγνωση, έλλειψη κουράγιου και προοπτικής, οργή.
   Οι ειδήσεις που μας κατακλύζουν καθημερινά, τα μέτρα και ο τρόπος που έρχονται, αλλά κυρίως η στάση του πολιτικού συστήματος απέναντι στην πραγματικότητα, βρίθουν από αφορμές. Δεν είναι μόνο τα ισοπεδωτικά μέτρα αυτά καθ αυτά που αποτελούν την αφορμή. Η σημερινή κυβέρνηση εξάλλου έχει υπερβεί κάθε όριο αντιδημοκρατικότητας, παραβίασης των νόμων, αλαζονείας και ανικανότητας βυθίζοντας ένα λαό στην αδυναμία εύρεσης προοπτικής.Είναι η στάση ολόκληρου του πολιτικού μας συστήματος όπως εκφράζεται που μας κρατά εγκλωβισμένους και αίολους.  
  Από τη μία πλευρά,  ένας αποτυχημένος πρωθυπουργός  μας τονίζει με κάθε ευκαιρία πως θυσιάζεται ως σύγχρονη Ιφιγένεια για το κοινό καλό όταν η κυβέρνηση του έχει καταστρατηγήσει κάθε είδους συνταγματική νομιμότητα. Ένας αποτυχημένος υπουργός οικονομικών και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης χωρίς ίχνος λογικής μεταθέτει το βάρος της δικής του ανικανότητας στους πολίτες με μέτρα που όχι μόνο οδηγούν στην εξαθλίωση, όχι μόνο είναι άδικα αλλά και ατελέσφορα. Δική του άλλωστε είναι η φράση πως η πτώχευση του λαού δεν έχει σχέση με την πτώχευση της χώρας εισάγοντας έτσι μια νέα θεωρία περί κρατών και πολιτών.  Μια κοινοβουλευτική ομάδα που αντιδρά επικοινωνιακά πριν ψηφίσει για «τελευταία φορά» οτιδήποτε της επιβληθεί. Στρατιωτάκια χωρίς ίχνος ευθύνης και προσωπικότητας.  Ένας αντιπρόεδρος που δεν χάνει ευκαιρία να προκαλεί το δημόσιο αίσθημα είτε με τις «σοφίες» του περί ευθυνών, είτε με την αδυναμία του να πληρώσει τα μέτρα που ψήφισε....Και ο κατάλογος δεν έχει τέλος. 
Στην ίδια πλευρά όμως και μια αξιωματική αντιπολίτευση που η ανικανότητα της σημερινής κυβέρνησης και η τραγικότητα της πραγματικότητας την έχει οδηγήσει στην αυτόαθώωση από τις ευθύνες της –λες και δεν κυβέρνησε ποτέ τον τόπο- και αντιπολιτεύεται με εκθέσεις ιδεών ψηφίζοντας παράλληλα τις περισσότερες επιλογές της κυβέρνησης. Διαφωνώντας όχι στον τρόπο πολιτικής αλλά στο ότι η κυβέρνηση δεν υιοθετεί πλήρως τις δικές της θέσεις «σωτηρίας». Χωρίς λογική ελέγχου αλλά περιμένοντας το «φρούτο» να πέσει από το δέντρο της εξουσίας και να πάρει τη θέση του αφού πρώτα σαπίσει.
   Από την άλλη πλευρά, μια αριστερά που ακολουθεί πιστά το αυτοκαταστροφικό της ιδιότυπο διαίρει και βασίλευε. Μόνο που τα δικά της βασίλεια έχουν περιορισθεί σε εγκαταλελειμμένα χωρία που ο μόνος λόγος που τα κρατάει «ζωντανά» είναι να μην αλλάξει θέσεις ο κοινοτάρχης και οι ηγεσίες τους. Νόμος είναι το δίκιο της εκάστοτε σέχτας, της εκάστοτε «ηγετικής» ομάδας που αντιπολιτεύεται τους «ομοίους» της. Μια αριστερά που οραματίζεται γενικόλογα τη δημιουργία ενός τρίτου πόλου στο πολιτικό σύστημα τη στιγμή που δεν υπάρχει καν δεύτερος μιας και Πασοκ, ΝΔ, ΛΑΟΣ και Μπακογιάννη αποτελούν τα μέρη του ίδιου πόλου απομονώνοντας την ακόμα περισσότερο. Με μεγαλύτερο παράδειγμα την υπερψήφιση του νομοσχεδίου για την παιδεία που έμοιαζε περισσότερο με επίδειξη αστικής νεοφιλελεύθερης ισχύος παρά με κοινοβουλευτική διαδικασία.
   Αν θελήσουμε λοιπόν να αναζητήσουμε το πρόβλημα της παθητικότητας μας αυτό δεν είναι η έλλειψη αφορμών ή αιτιών. Σε όλη τη σύγχρονη ιστορία μας καλλιεργήσαμε το μύθο του αντιστεκόμενου λαού χωρίς όμως αυτή να αιτιολογείται. Η επτάχρονη χούντα της περιόδου 1967-74 αποτελεί το πιο τρανό παράδειγμα. Μια light ξενόφερτη χούντα που οι μόνοι που αντιστάθηκαν και βασανίστηκαν ήταν οι «γνωστοί» αριστεροί και ένα τμήμα της νεολαίας. Το σύνολο του ελληνικού λαού βγήκε στους δρόμους να υποδεχθεί τη δημοκρατία που θα έφερνε ο Καραμανλής αλλά αφού είχε πέσει η χούντα… Η δημοκρατία ποτέ δεν ήρθε απόλυτα στη χώρα, ούτε ασφαλώς η απεμπλοκή από την ξενοκρατία. Παρέμεινε μαζί με το σοσιαλιστικό όραμα που κράτησε μέχρι την επόμενη των εκλογών του 1981 στις καλένδες. Αυτό όμως ουδέποτε ενόχλησε τον ελληνικό λαό για να αντιδράσει. Απεναντίας και εν γνώσει και όχι άγνοια μας. για όσο διάστημα η οικονομική ευμάρεια –με δανικά ή μη-  κάλυπτε τις βιοποριστικές και καταναλωτικές μας ανάγκες και προωθούσε την «κοινωνική μας άνοδο» κάναμε τα στραβά μάτια στην ανομία ή την καταστρατήγηση της ισότητας των πολιτών . Ο ατομικισμός όχι μόνο αποτέλεσε το κυρίαρχο χαρακτηριστικό μας αλλά σιγά σιγά εξαφάνισε κάθε μορφή μαζικής –με την έννοια της ιδεολογικά πολυσυλλεκτικής- κινητοποίησης.
   Υπάρχει περίπτωση να υπερβούμε την λεπτή γραμμή που μας χωρίζει από την παθητικότητα και να αντιδράσουμε; Ναι μόνο που οι προϋποθέσεις πλέον δεν αποτελούν προϊόν σκέψης ή συναίσθησης αλλά προϊόν βιασμού των ονείρων μας. Γιατί για πρώτη φορά δεν βλέπουμε ελπίδα στο μέλλον. Γιατί το σήμερα είναι χειρότερο από το χτες και καλύτερο από το αύριο. Κυρίως όμως γιατί μας βυθίζει σε ένα τέλμα που δεν μπορούμε να δραπετεύσουμε διαφορετικά. Ήδη η μετανάστευση αποτελεί τη μόνη λύση για αυτούς που μπορούν λόγω έλλειψης υποχρεώσεων να φύγουν.
   Μέσα σε αυτές τις συνθήκες αν συνειδητοποιήσουμε πως είμαστε ήδη στο +5, τότε ναι θα υπάρξει αντίδραση. Μόνο που θα πρέπει να λειτουργήσουμε συλλογικά και το πρόβλημα έγκειται πως ποτέ μας δεν μάθαμε την έννοια της συλλογικότητας. Ποτέ δεν εξομοιώσαμε τη μοίρα μας με του διπλανού μας και ποτέ δεν τιθασεύσαμε τον ατομικισμό μας. Γίναμε ένα κοπάδι θυμάτων που οδηγείτε επί σφαγή  προχωρώντας και περιμένοντας το θαύμα. Κοπάδι όμως που δεν κοιτά την κοινή του μοίρα αλλά αποτελεί άθροισμα μεμονωμένων «προβάτων» που περιμένει το δικό του θαύμα. Και δυστυχώς όποιος πιστεύει στα θαύματα είναι πολύ εύκολο να πειστεί ξανά από τους δήμιους που θα τον «ξανασώσουν». Και αυτή τη φορά η "σφαγή" θα είναι και η τελειωτική , και αν την ώρα της "σφαγής" υπάρξει αντίδραση αυτή θα είναι βίαιη επι δικαίων και αδίκων. Και τα μεγάλα θύματα θα είμαστε για άλλη μια φορά εμείς οι ίδιοι..
Δημοσίευση σχολίου