17 Φεβρουαρίου 2012

Κι όμως χρειαζόμαστε ένα μνημόνιο…


  Πριν προχωρήσω στη σκέψη μου και όσο οξύμωρο και αν ακούγεται σε σχέση με τον τίτλο, δεν εννοώ το παρόν μνημόνιο. Όχι μόνο γιατί με τα σημερινά οικονομικά δεδομένα αλλά κυρίως δομικά χαρακτηριστικά  της χώρας το μόνο που προσφέρει –αν τελικά δεν αναθεωρηθεί για τέταρτη φορά μετά το καλοκαίρι- είναι χρόνος πριν τον οικονομικό θάνατο, αλλά και γιατί δεν αποτελεί θεσμικό προϊόν μιας ΕΕ σε στέρεα ενιαία βάση αλλά επιταγές μιας γερμανικής κυρίως πολιτικής, που όμως ούτε και η ίδια είναι σαφής ούτε το μέλλον της φαίνεται να στοχεύει σε ένα σταθερό άξονα.
  Ένα από τα επιχειρήματα της υπογραφής του πρώτου μνημονίου -δευτερεύον μιας και το φάντασμα της στάσης πληρωμών αποτέλεσε, συνεχίζει να αποτελεί και θα αποτελεί το πρωτεύον-, ήταν πως το μνημόνιο ήταν μια ευκαιρία να αλλάξουμε. Ένα επιχείρημα το οποίο αν απομονώσει κανείς το ρόλο του ως επικοινωνιακή κυβερνητική προπαγάνδα,  κανείς από όσους δεν κερδίζουν από το μέχρι σήμερα κρατικό πελατειακό μόρφωμα δεν θα μπορούσε να διαφωνήσει. Ένα κράτος με διαλυμένη οικονομία,  απαρχαιωμένο εκπαιδευτικό σύστημα, τριτοκοσμική υγεία,  υπερτροφική γραφειοκρατική διοίκηση  που στηρίζεται σε μαύρο χρήμα και πελατειακή ή «εξουσιαστική» σχέση,  ανύπαρκτη παραγωγή και εργασιακές σχέσεις σε μια αγορά εργασίας που ακόμα και στο μεγαλύτερο μέρος του ιδιωτικού αλλά κρατικοδίαιτου τομέα στηρίζεται σε γνωριμίες και όχι σε προσόντα, είναι αδιανόητο να βρει υποστηρικτές που να επιθυμούν τη συντήρηση του σε αυτό το καθεστώς . Η αλλαγή του είναι επιβεβλημένη όχι για λόγους ανάπτυξης και οικονομικού περιβάλλοντος αλλά για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης πρωτίστως.  Ακόμα και με ξένη επιτήρηση ως φόβητρο επιβολής αν βέβαια αυτή ήταν από μια ΕΕ πιστή στις αρχές της και όχι από το μόρφωμα που έχει εξελιχθεί σήμερα.
  Για να συμβεί όμως αυτή η αλλαγή χρειάζονται δύο πράγματα που θα λειτουργήσουν ως καταλύτες. To πρώτο,  είναι η συνειδητοποίηση από τον κόσμο την ανάγκης αυτής της αλλαγής και το δεύτερο, η πολιτική βούληση όχι μόνο από την εκάστοτε εκτελεστική εξουσία αλλά από όλη την πολιτική σκηνή ανεξαρτήτως ιδεολογιών ή ιδεοληψιών. Το ένα είναι πάντα σε συνάρτηση του δεύτερου, ειδικότερα όταν μιλάμε για πολίτες που η πολιτική τους τοποθέτηση δεν συνάγεται από ιδεολογικούς ή ταξικούς παράγοντες αλλά  διαμορφώνεται με βάση την «οπαδική» ή συμφεροντολογική τους προσκόλληση σε κάποιο χώρο που όμως είναι πάντα έτοιμος να αλλάξει για να αυτοσυντηρηθεί αν δει πως δεν χαλιναγωγεί το λαϊκό αίσθημα.     
 Για να υπάρξει όμως αυτή η συνειδητοποίηση απαραίτητη προϋπόθεση είναι η επιθυμία για αυτή την αλλαγή.
Υπάρχει όμως αυτή η συνειδητοποίηση ή επιθυμία στον ελληνικό λαό; Θα ήθελε να θυσιάσει ατομικά ή συντεχνιακά μέρος των ανορθόγραφων κεκτημένων του για μια εκ των βάθρων ανασύνταξη προς όφελος του συνόλου της κοινωνίας;
  Εδώ το ζήτημα είναι καθαρά ποσοτικό. Το πρόβλημα δεν έγκειται σε ζήτημα πλειοψηφίας, αλλά στο ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού έχει «αντρωθεί», σιτίζεται και διαπλέκεται μέσα από το υπάρχον σύστημα και όχι μόνο δεν θέλει, αλλά είναι έτοιμο να αντισταθεί με όποιο μέσο υπάρχει στη διατήρηση του ή καλύτερα επειδή οι συνθήκες έχουν βίαια αλλάξει, στην πλήρη επαναφορά του στην προ 2009 κατάσταση.  Ένα μεγάλο μέρος που συναντά κανείς σε όλες τις επαγγελματικές ομάδες. Από τους κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες μέχρι τους μεγαλο-φοροφυγάδες, από  που τους πανεπιστημιακούς μέχρι τους δημοσίους υπαλλήλους, από τους υπέρμαχους της παραμονής του καθεστώτος των «ευγενών» κλειστών επαγγελμάτων μέχρι τους συνδικαλιστές των ΔΕΚΟ ή της ΓΣΕΕ, από τον οποιονδήποτε κερδίζει και αποτελεί έστω και ένα μικρό γρανάζι αυτού του συστήματος. Μειοψηφία στον αριθμό του συνόλου αλλά ποσοστιαία μεγάλη δύναμη στη διαμόρφωση πολιτικών ισορροπιών και της στρεβλής πραγματικότητας του πολιτικού κόστους.
  Ο λόγος άλλωστε της πλήρης αποτυχίας εφαρμογής του πρώτου μνημονίου ήταν αυτό ακριβώς το «πρόβλημα». Η τότε κυβέρνηση δεν μπόρεσε λόγω της άμεσης εξάρτησης της με αυτόν τον πυρήνα να εφαρμόσει τίποτα από αυτά που δεσμευτικέ ως διαρθρωτικές αλλαγές και περιορίστηκε σε εξαγγελίες που δεν έγιναν πράξη. Ίσως και για αυτό δεν διαπραγματεύτηκε τους όρους μιας και γνώριζε εκ των προτέρων πως θα έμεναν ανεφάρμοστοι. Κάτι που συνέβαινε επί χρόνια μόνο που στην παρούσα κατάσταση και με άμεση χρηματική εξάρτηση από τους δανειστές, τελικά το πλήρωσε πολύ χειρότερα με την απώλεια της αυτοδυναμίας της και τουλάχιστον δημοσκοπικά πολύ περισσότερο από όσο περίμενε. Μαζί της όμως το πλήρωσε ολόκληρος ο ελληνικός λαός μιας και τα μέτρα που της επιβλήθηκαν να πάρει  για να καλύψει τις «τρύπες» των υποχρεώσεων της που προέκυψαν από αυτή την «μόνιμη αναβολή» ήταν όχι μόνο δυσβάσταχτα αλλά κοντεύουν να εξαφανίσουν την πάλε ποτέ κραταιά ελληνική μεσαία τάξη, τουλάχιστον στο χαμηλό της όριο αλλά με δυναμική προς το μεγαλύτερο μέρος του συνόλου της. Ταυτόχρονα, αυτή η ίδια αναβλητικότητα και μη τήρηση όσων είχαν συμφωνηθεί κατέταξε τη χώρα –ΚΑΙ ΟΧΙ ΑΔΙΚΑ- ως την πλέον αναξιόπιστη στα μάτια όχι μόνο των ευρωπαίων εταίρων αλλά και σε κάθε χρηματοοικονομικό παράγοντα.
  Ακόμα και τώρα όμως, και παρ ότι η πραγματικότητα που βιώνουμε είναι όχι απλά ζοφερή αλλά πλέον προσβλητική για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τη δημοκρατία, πολύ φοβάμαι πως αντί για συνειδητοποίηση αυτό που παράγεται και εισπράττεται είναι μια τυφλή οργή, μια μεγάλη σύγχυση και  ένας άκρατος λαϊκισμός που καταργεί τη σκέψη και την κρίση. Η επίσημη χρεοκοπία προάγεται με μια μεγάλη ελαφρότητα ως λύση και ως αίτημα για τιμωρία μέσω στάσης πληρωμών των δανειστών, το πετρελαϊκό όραμα και το ελληνικό υπέδαφος είναι το επιχείρημα του μέσου πολίτη που έχει γίνει εξειδικευμένος γεωλόγος και «γνωρίζει» με ακρίβεια και τις περιοχές του πλούτου, η Κίνα και η Ρωσία είναι έτοιμες στο μυαλό μας να μας χαρίσουν απλόχερα δισεκατομμύρια χωρίς όρους, δεκάδες άλλες τέτοιες αναλύσεις που όλοι ακούμε καθημερινά να μας χαϊδεύουν τα αυτιά. Η απλοϊκότητα και ο λαϊκισμός έχουν καταργήσει κάθε έννοια κριτικής σκέψης, και πρόταση ονομάζεται το ανάθεμα.. Όλοι και όλα μέσα σε ένα κουβά αντιμετωπίζοντας τους εαυτούς μας όχι μέσα σε ένα παγκόσμιο ή ευρωπαϊκό περιβάλλον αλλά ως κάτι μοναδικό και αυθύπαρκτο που όλοι επιβουλεύονται. Επενδύουμε στο Χάος και μετά έχει ο θεός..Χειρότερα από τώρα δεν θα ναι.. Μόνο που αυτό το χειρότερα το χουμε πει εκατοντάδες φορές.  Και με την εφαρμογή του Μνημονίου ΙΙ, αποτέλεσμα ακριβώς αυτής της πολιτικής μας αναβλητικότητας να διορθώσουμε το κράτος, την αξιοπιστία,  και τους εαυτούς μας δίνοντας εύκολη λαβή σε οποιαδήποτε πολιτικά και οικονομικά καιροσκοπικό εκβιασμό των αντισυμβαλλομένων μας ,θα συνεχίσουμε να το λέμε και να ανακαλύπτουμε πως υπάρχει και πολύ χειρότερα μιας και η χρεοκοπία έχει ήδη συντελεστεί εκτός τεχνικών όρων.  
  Τα όρια έχουν φτάσει στο απροχώρητο. Όσο προσπαθούμε να κρατηθούμε στα στρεβλά «κεκτημένα» τόσο πιο βίαιη θα είναι η νέα μας προσαρμογή.  Όχι από τους ξένους ή την κάθε Τρόικα, αλλά από εμάς στα συντρίμμια ενός κράτους  που έμαθε να τρώει τις σάρκες των πολιτών του και του ίδιου.
  Η ανάγκη ενός μνημονίου μεταξύ μας που θα έπρεπε να έχει συμβεί εδώ και χρόνια είναι πλέον επιτακτική. Κι αν αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να αντιληφθεί η μεγάλη ποσοστιαία αλλά όχι πλειοψηφούσα στο σύνολο της Ελληνικής κοινωνίας συστημική «ομάδα» (Οι λεγόμενοι insiders όπως πολύ δόκιμα τους έχει ονομάσει ο φίλος Leo στις αναλύσεις του στο Blog του “Μη μαδάς τη Μαργαρίτα") θα πρέπει να αποφασίσουν οι «σιωπηρές πλειοψηφίες».  Αυτή θα πρέπει να είναι η απαίτηση μας από οποιοδήποτε κόμμα και οποιονδήποτε μας ζητήσει να εμπιστευτούμε.  Με λόγια ξεκάθαρα που μπορεί να μη μας γεμίζει πετρελαϊκές ελπίδες και θαύματα , να μην «εκτρέφει» την αγανάκτηση και την οργή μας με συνθηματολογία και χάιδεμα αυτιών, να μη μας μιλάει για ειδικές συνθήκες που θα περάσουν, αλλά για την εφαρμογή ενός ξηλώματος όλων αυτών που μας έφεραν ως εδώ. Ένα μνημόνιο για τη δημιουργία ενός κράτους σκληρού στην εφαρμογή του νόμου, απέναντι σε οποιαδήποτε συντεχνιακή στρέβλωση και έτοιμο να συγκρουστεί με όλους τους νοσταλγούς του εκτρώματος που βιώσαμε. Με τη συνταγματική αναθεώρηση ως απαραίτητη σε αυτό το σκοπό..
Προέχει όμως η δική μας συνείδηση, η δική μας επιθυμία και η γνώση πως αυτό είναι κάτι που θα χρειαστεί χρόνο. Γιατί αν εμείς συνεχίσουμε να πιστεύουμε σε «μεσσίες» και «σωτήρες», αν συνεχίσουμε να οραματιζόμαστε την Ελλάδα της επιστροφής στο παρελθόν, αν θεωρήσουμε πως η λύση θα έρθει από όλους εκείνους που η κυβερνητική τους νοοτροπία μας έφερε ως εδώ, αν δεν κάνουμε το δικό μας μνημόνιο, τότε τα μνημόνια που θα έρχονται εκβιαστικά και υπό το καθεστώς φόβου, πολύ σύντομα πλέον δεν θα έχουν πολίτες αλλά ιθαγενείς υπηκόους…
Δημοσίευση σχολίου